Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Υπόγειο" (Αυλαία, 23-26/9), "Προσωπική συμφωνία" (Κολοσσαίον, 25/9-6/10), "Ρένα" (Αριστοτέλειον, 27/9-6/10), "Οθέλλος" (Αμαλία, 2-13/10), "Οι 12 ένορκοι" (Αθήναιον, 4-5/10)

Ο ναυτικός του Πεσσόα ακόμη ζει

Leave a Comment
απόσπασμα από το βιβλίο
Πεσσόα Φερνάντο, Ο Ναυτικός, μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης, Σοκόλη - Κουλεδάκη, Αθήνα, 2011.

[...]

ΤΡΙΤΗ: [...] Ξαναγύρνα στο όνειρό σου... Ο ναυτικός. Τι ονειρευόταν ο ναυτικός;...

ΔΕΥΤΕΡΗ (χαμηλόφωνα και με αργή φωνή) Στην αρχή έφτιαξε τα τοπία, μετά τις πόλεις, μετά τους δρόμους, τα δρομάκια, το ένα μετά το άλλο, λαξεύοντάς τα στο υλικό της ψυχής του- έναν έναν τους δρόμους, συνοικία μετά τη συνοικία, μετά τα τοιχία της προκυμαίας, όπου στη συνέχεια έφτιαξε λιμάνια... Έναν έναν τους δρόμους, και τους ανθρώπους που τους διέσχιζαν και που τους κοίταζαν από τα παράθυρά τους. Του έτυχε να γνωρίσει μερικούς από αυτούς τους ανθρώπους, που δεν τους ήξερε καθόλου. Γνώρισε τις προηγούμενες ζωές τους και τις συνομιλίες τους, και όλα αυτά τόσο απλά όπως όταν κάποιος ονειρεύεται τοπία και αρχίζει να τα βλέπει... Ύστερα, μια φορά ξύπνιος, ταξίδευε σε όλη τη χώρα που είχε πλάσει. Κι έτσι, σιγά σιγά έφτιαχνε το παρελθόν του... και μια προηγούμενη ζωή. Σ'αυτή την καινούρια πατρίδα είχε, κιόλας, ένα μέρος όπου γεννήθηκε, τα μέρη όπου είχε περάσει τη νιότη του, τα λιμάνια όπου είχε μπαρκάρει... Σιγά σιγά, έβρισκε πάλι τους παιδικούς του φίλους, ύστερα τους φίλους και τους εχθρούς της ώριμης ηλικίας...

σχόλιο Εtabel Niopa

Κάποτε ήταν ένας ναυτικός - ένας από μας -  πιθανόν ναυαγός - που είχε μόνο φίλο του το Κύμα. Πλάι στο νερό που ναυάγησε, ψάχνει να φτιάξει την καινούρια του πατρίδα. Ξαπλώνει πάνω στην άμμο και τα κοχύλια στ'αυτιά του υποδέχονται το Κύμα. Όλες οι φωνές της χαμένης του πατρίδας, συνοψίζονται σε ένα βουητό. 


"Πώς φτάσαμε ως εδώ;" , τα "Γιατί" και τα "Ψεύδεστε, κύριε". Όλοι ψεύδονται. Κύριε. Εγώ, εσύ, αυτός. Και κυρίως, ΑΥΤΟΙ. Ψεύδονται". 


"Έως πότε;" 
 Και είπε:


"Κύμα πάρ'τους μακριά. 
Εγώ θέλω να ζήσω. Κυρίως θέλω να μάθω ν'αγαπώ."

Κι έτσι θυμωμένος σφίγγει τα δόντια. 


"Θα φτιάξω μόνος μου πατρίδα. Με ό,τι έχω. Άμμο, νερό και βράχια. Ουρανό, πουλιά και δέντρα."
  "Κύμα φύγε μακριά. Στάσου λίγο παραπέρα."
"Θέλω να ακούω τους ανθρώπους μου, όταν θα τους φτιάχνω. 
"Θέλω ν'αφουγκράζομαι τους δρόμους μου να ξερνάνε Ιστορία."
Κι έτσι ξεκινά με αγωνία. Δημιουργία. Μα τα χέρια του σαν μαγεμένα: 

"Πάλι στην ίδια γυρίζω 
τα δάχτυλά μου δεν ορίζω.
Αλίμονο
φτιάχνω μια καινούρια χώρα
ίδια όπως είναι η χαμένη τώρα. 
Με τα χέρια μου γεννάω
για το ίδιο πονάω."

"Δεν ξέρω άλλο τρόπο
πέρα από αυτόν 
που τέλος τέλος 
αγάπησα". 

"Δεν ξέρω άλλο τόπο, 
πέρα από αυτόν 
που τέλος τέλος
έζησα". 

Μονολόγησε 

ο ναυτικός. 


            



     
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: