Πριν από 21 ώρες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Οι Ιππής του Αριστοφάνη διδάχτηκαν στα Λήναια του 424 και τιμήθηκαν από τους Αθηναίους με το πρώτο βραβείο. Είναι ένα έργο εναντίον του Κλέωνα. Στο στόχαστρο βρίσκεται ο Κλέων ως ιστορική προσωπικότητα. Η καμπάνα, λοιπόν, χτυπάει για την κοινότητα εντός της οποίας δραστηριοποιείται ο Κλέων, χτυπάει για τον λαό της Αθήνας, στον οποίο ανήκει πολύ μεγάλο μέρος των ύβρεων και των λοιδοριών εναντίον του Κλέωνα.
Το κωμικό εύρημα με το οποίο επιδιώκεται να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο Κλέων είναι το εξής: ο Κλέων —που στο έργο του Αριστοφάνη παρουσιάζεται ως Παφλαγόνας— δεν ανατρέπεται και δεν αντικαθίσταται από κάποιον αξιοπρεπέστερο, εντιμότερο, ηθικά υπέρτερο αλλά από τον Αλλαντοπώλη, κάποιον δηλαδή ακόμη χειρότερο. Είναι λοιπόν εγγυημένο και πλήρως εξασφαλισμένο πως θα φωτιστεί σε κάθε πτυχή της αυτή η αχρεία προσωπικότητα. Ο Αλλαντοπώλης θέλει να ανατρέψει τον Κλέωνα-Παφλαγόνα από την κυρίαρχη θέση του με μοναδικό όπλο την ακόμη μεγαλύτερη κακοήθειά του. Γι' αυτό ο Παφλαγόνας είναι αναγκασμένος να αποδεικνύει διαρκώς ότι αυτός είναι ο κακοηθέστερος. Σε όλο το έργο εμπλέκεται σε έναν αγώνα φαυλότητας με αντίπαλο τον Αλλαντοπώλη και είναι υποχρεωμένος να επιδιώκει με ένα πάθος ακόλαστο την κατίσχυση της δικής του κακοήθειας.
[...] Ο σαρκασμός που εκφράζεται διά του Αλλαντοπώλη ως του μόνου ικανού να απομακρύνει τον Παφλαγόνα, ελέγχει τον θεατή για την αδράνεια και την ανοχή του, τον καλεί να αλλάξει στάση απέναντι στον Παφλαγόνα, δηλαδή να απαλλαγεί από αυτόν. Το έργο δεν στρέφεται μόνο κατά του Κλέωνα αλλά και κατά του Δήμου, μόνο που υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ένα και το άλλο "κατά".
Η πρόκληση κατά του κοινού, του λαού της Αθήνας, εκ μέρους του Αριστοφάνη φτάνει στο ζενίθ με την επιλογή του τελευταίου να συμπεριλάβει το λαό στη διανομή του έργου. Μετέρχεται εδώ μια τεχνική που εντοπίζεται για πρώτη φορά στο αρχαιότερο σωζόμενο δράμα, τους Πέρσες του Αισχύλου (το έργο διδάχτηκε το 472).
[...] Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται πλήρως στα σωζόμενα έργα: τους Αχαρνής με τον χορό των καρβουνιάρηδων από τον αττικό δήμο των Αχαρνέων (425), τους Σφήκες με τον χορό των ηλιαστών, των δικομανών γερόντων Αθηναίων (422), την Ειρήνη με τον χορό των γεωργών της Αττικής. Σε αυτή τη σειρά εντάσσονται και οι Ιππής, με τη διαφορά ότι εδώ ο δήμος δεν εκπροσωπείται απλώς από τον χορό· εμφανίζεται αυτοπροσώπως ως Δήμος. Επομένως ο θεατής, ο αθηναϊκός λαός, γίνεται αυτομάτως πρόσωπο του δράματος. Το κοινό βλέπει τον εαυτό του πάνω στη σκηνή και μάλιστα —όπως στους Αχαρνής και στους Σφήκες— τον κακό εαυτό του.
Ernst-Richard Schwinge, "Αναφορά στην αισθητική της αριστοφανικής κωμωδίας", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, Σμίλη, Αθήνα 2007, σ. 409-411.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Ιππής του Αριστοφάνη, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (συμπαραγωγή με το θέατρο Ακροπόλ), σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή.
Σκηνικά Μανόλης Παντελιδάκης, Κοστούμια Ντένη Βαχλιώτη, Μουσική Γιώργος Χριστιανάκης, Στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου, Χορογραφία Μπέτυ Δραμισιώτη, Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος.
Ερμηνεύουν: Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Τάκης Παπαματθαίου, Γιώργος Καύκας κ.α.
Πρώτες παραστάσεις: 4,5 Ιουλίου. Θέατρο Δάσους Θεσσαλονίκης. Ακολουθεί περιοδεία σε πόλεις της Ελλάδας.
Το κωμικό εύρημα με το οποίο επιδιώκεται να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο Κλέων είναι το εξής: ο Κλέων —που στο έργο του Αριστοφάνη παρουσιάζεται ως Παφλαγόνας— δεν ανατρέπεται και δεν αντικαθίσταται από κάποιον αξιοπρεπέστερο, εντιμότερο, ηθικά υπέρτερο αλλά από τον Αλλαντοπώλη, κάποιον δηλαδή ακόμη χειρότερο. Είναι λοιπόν εγγυημένο και πλήρως εξασφαλισμένο πως θα φωτιστεί σε κάθε πτυχή της αυτή η αχρεία προσωπικότητα. Ο Αλλαντοπώλης θέλει να ανατρέψει τον Κλέωνα-Παφλαγόνα από την κυρίαρχη θέση του με μοναδικό όπλο την ακόμη μεγαλύτερη κακοήθειά του. Γι' αυτό ο Παφλαγόνας είναι αναγκασμένος να αποδεικνύει διαρκώς ότι αυτός είναι ο κακοηθέστερος. Σε όλο το έργο εμπλέκεται σε έναν αγώνα φαυλότητας με αντίπαλο τον Αλλαντοπώλη και είναι υποχρεωμένος να επιδιώκει με ένα πάθος ακόλαστο την κατίσχυση της δικής του κακοήθειας.
[...] Ο σαρκασμός που εκφράζεται διά του Αλλαντοπώλη ως του μόνου ικανού να απομακρύνει τον Παφλαγόνα, ελέγχει τον θεατή για την αδράνεια και την ανοχή του, τον καλεί να αλλάξει στάση απέναντι στον Παφλαγόνα, δηλαδή να απαλλαγεί από αυτόν. Το έργο δεν στρέφεται μόνο κατά του Κλέωνα αλλά και κατά του Δήμου, μόνο που υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ένα και το άλλο "κατά".
Η πρόκληση κατά του κοινού, του λαού της Αθήνας, εκ μέρους του Αριστοφάνη φτάνει στο ζενίθ με την επιλογή του τελευταίου να συμπεριλάβει το λαό στη διανομή του έργου. Μετέρχεται εδώ μια τεχνική που εντοπίζεται για πρώτη φορά στο αρχαιότερο σωζόμενο δράμα, τους Πέρσες του Αισχύλου (το έργο διδάχτηκε το 472).
[...] Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται πλήρως στα σωζόμενα έργα: τους Αχαρνής με τον χορό των καρβουνιάρηδων από τον αττικό δήμο των Αχαρνέων (425), τους Σφήκες με τον χορό των ηλιαστών, των δικομανών γερόντων Αθηναίων (422), την Ειρήνη με τον χορό των γεωργών της Αττικής. Σε αυτή τη σειρά εντάσσονται και οι Ιππής, με τη διαφορά ότι εδώ ο δήμος δεν εκπροσωπείται απλώς από τον χορό· εμφανίζεται αυτοπροσώπως ως Δήμος. Επομένως ο θεατής, ο αθηναϊκός λαός, γίνεται αυτομάτως πρόσωπο του δράματος. Το κοινό βλέπει τον εαυτό του πάνω στη σκηνή και μάλιστα —όπως στους Αχαρνής και στους Σφήκες— τον κακό εαυτό του.
Ernst-Richard Schwinge, "Αναφορά στην αισθητική της αριστοφανικής κωμωδίας", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, Σμίλη, Αθήνα 2007, σ. 409-411.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Ιππής του Αριστοφάνη, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (συμπαραγωγή με το θέατρο Ακροπόλ), σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή.
Σκηνικά Μανόλης Παντελιδάκης, Κοστούμια Ντένη Βαχλιώτη, Μουσική Γιώργος Χριστιανάκης, Στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου, Χορογραφία Μπέτυ Δραμισιώτη, Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος.
Ερμηνεύουν: Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Τάκης Παπαματθαίου, Γιώργος Καύκας κ.α.
Πρώτες παραστάσεις: 4,5 Ιουλίου. Θέατρο Δάσους Θεσσαλονίκης. Ακολουθεί περιοδεία σε πόλεις της Ελλάδας.
Το κόκκινο που καταπίνει το μαύρο
Κόκκινο του Τζον Λόγκαν σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, στο θέατρο Αυλαία.
«Χρειαζόμαστε την τέχνη, για να μη μας σκοτώσει η αλήθεια», διαπίστωνε εύστοχα ο Γκόγια. Η φράση που ακούγεται στο έργο του Λόγκαν δια στόματος του ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο, αποκτά μια ιδιαίτερη δυναμική σε καιρούς χαλεπούς όπως αυτούς που βιώνουμε. Στο έργο του Λόγκαν με αφετηρία την επαγγελματική συνύπαρξη του εξπρεσιονιστή ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο (1903-1970) με τον νεαρό βοηθό του, θίγονται ζητήματα όπως η χρήση της τέχνης ως καταναλωτικό προϊόν, η εμπορευματοποίηση του ταλέντου και η αναγκαιότητα ή μη για δημοφιλή καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Το κείμενο του Λόγκαν είναι περιεκτικό, κινούμενο σε δύο άξονες. Από τη μια πλευρά το «ψυχολογικό» μέρος που ανατέμνει τη σχέση των δύο προσώπων, την πορεία του απαίδευτου, άπειρου βοηθού Κεν προς τη γνώση και ταυτόχρονα το «ξεγύμνωμα» που κάνει ο ίδιος στον φορέα της προηγούμενης γενιάς, που είναι ο Ρόθκο. Σύμφωνα με το ζωγράφο μια γενιά που δεν στοχεύει στο υψηλό της τέχνης δεν μπορεί να σταθεί ούτε στη σκιά της προηγούμενης γενιάς. Μια παλλόμενη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο γενιές που εύστοχα αποτυπώνεται στο έργο με τη φράση που χρησιμοποιεί ο Ρόθκο: «το παιδί πρέπει να «σκοτώνει» τον πατέρα προκειμένου να απελευθερωθεί και να αναπτυχθεί αυτόνομα».
Απέναντι στην «πρακτική» θεματολογική πλευρά, στέκεται ένα θεωρητικό πλέγμα σκέψεων. Το έργο θέτει ερωτήματα, παραθέτοντας παράλληλα αλήθειες σχετικά με ζητήματα όπως τα κριτήρια επιλογής ενός έργου τέχνης σε εποχές καλλιτεχνικής υπερπροσφοράς ή την αντιμετώπιση της τέχνης ως μέσο προβολής ενός κίβδηλου life style μιας κατά βάθος αμόρφωτης, νέας τάξης νεόπλουτων. Μια τέχνη που αντιμετωπίζεται σαν καταναλωτικό προϊόν, αποτελεί το θέμα ενός έργου που παρουσιάζεται σε μια εποχή κρίσης αξιών, σε μια περίοδο που ο καταναλωτισμός πνέει τα λοίσθια.
Ο Σταμάτης Φασουλής έχει ένα σταθερό κοινό που τον ακολουθεί και ο ίδιος, μάλλον, φροντίζει να φέρνει τα έργα στα μέτρα του κοινού αυτού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αυτό το κείμενο υπάρχει σε μεγάλο βαθμό μια υπονόμευση αφού οι αλήθειες που θίγονται επί σκηνής και αφορούν την πρόσληψη, την απαξίωση και την εμπορευματοποίηση της τέχνης, «στοχοποιούν» και έχουν ως τελικό αποδέκτη μεγάλο μέρος του κοινού που παρακολουθεί το είδος του αστικού θεάτρου που υπηρετεί ο Φασουλής. Η σκηνοθετική ματιά του Φασουλή ακολουθεί την κλιμακούμενη ένταση που υπάρχει στο κείμενο, αναδεικνύοντας την αντίστροφη πορεία στις ζωές των δύο χαρακτήρων. Ο νεαρός βοηθός καταφέρνει να επιβληθεί κάνοντας μια πορεία προς το φως, επισημαίνοντας στον ίδιο το Ρόθκο το πόσο φθαρμένη είναι η ιδεολογία του, ενώ ο Ρόθκο από υπεροπτικός δημιουργός γίνεται αυτός που παρακινεί τον νεαρό να «σκοτώσει» το παλιό και να δημιουργήσει.
Οι δύο ρόλοι που υποδύονται ο Φασουλής και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος κινούνται σε έναν δραματουργικό ιστό που στηρίζεται σε μια προσωπική σύγκρουση που έχει όμως ένα ισχυρό δραματουργικό υπόβαθρο: την τέχνη. Προσπερνώντας το αρχικό παίξιμο πόζας του Φασουλή και τη χαρακτηριστική γκριμάτσα με τα γουρλωμένα μάτια που κουβαλά σε αρκετούς ρόλους ο Παπασπηλιόπουλος, οι δυο τους πετυχαίνουν έξοχες στιγμές σκηνικής συνδιαλλαγής. Αποκορύφωμα η στιγμή όπου ο νεαρός Κεν «επαναστατεί» και φέρνει το Ρόθκο αντιμέτωπο με την εμπορευματοποίηση του ταλέντου του, αφού δημιουργεί πίνακες για σάλες εστιατορίων και κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα τόσο σθεναρά υποστήριζε ο δημιουργός. Ο Ρόθκο βρίσκεται καθισμένος σε μια πολυθρόνα απέναντι από των μεγάλων διαστάσεων κόκκινο πίνακα που έχει δημιουργήσει (ο Ρόθκο είχε καλλιτεχνική εμμονή με το κόκκινο χρώμα που παραπέμπει σε διαφορετικές αποχρώσεις του αίματος).
Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου συμβάλλουν στη δημιουργία της σκοτεινής ατμόσφαιρας που παραπέμπει στο ατελιέ του ιδιόρρυθμου εξπρεσιονιστή ζωγράφου.
Κορνήλιος Ρουσάκης



