Πριν από 21 ώρες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Το έργο του Ζαν Ζενέ "Τα παραβάν" γράφτηκε κατά τη διάρκεια της "επιχείρησης διατήρησης της τάξης στην Αλγερία" (μεταξύ 1956 και 1961) και προκάλεσε μεγάλη δυσφορία τόσο στους συντηρητικούς όσο και τους προοδευτικούς κύκλους της εποχής, καθώς ο Ζενέ χρησιμοποίησε τη γαλλική εισβολή στην Αλγερία για να ανατρέψει τα πρότυπα του ηρωισμού, της ηθικής και της στράτευσης.
Ο "Δον Ζουάν" του Μολιέρου δημοσιεύτηκε το 1665 και είναι η τρίτη γαλλική προσαρμογή του μύθου, αφού έχουν προηγηθεί η εκδοχή του Dorimon το 1659 και του Villier το 1660. Εκτός αυτών, ιταλικοί κωμικοί και ιδίως ο θίασος του Biancolelli, παρουσιάζουν στο Παρίσι, σκηνές της Commedia Dell' Arte με το ίδιο θέμα. Το έργο, γραμμένο σε πεζό λόγο, δεν ακολουθεί τους θεατρικούς κανόνες της εποχής και παραμερίζει τις ενότητες χώρου, χρόνου και δράσης.
Έργο προορισμένο για το ραδιόφωνο, που πολύ γρήγορα το διεκδίκησε η σκηνή, το Κάτω από το Γαλατόδασος του Ντύλαν Τόμας περιγράφει με ανεπανάληπτο τρόπο, μέσα από αφηγήσεις, διαλογικές σκηνές και τραγούδια, μια μέρα από τη ζωή των κατοίκων ενός φανταστικού παραθαλάσσιου ουαλέζικου χωριού, του Χλαρέγκιμπ.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ
ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2012-2013
ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΠΡΙΣΜΑ
Κατά το καλοκαίρι του 1907, ενώ ακόμη προετοιμαζόταν, γίνονταν τα πρώτα διαβήματα σχετικά με το "Θεατράκι μας", ο Στρίντμπεργκ έγραψε στον Άουγκουστ Φαλκ, τον μέλλοντα διευθυντή, τις ιδέες τους και τους στόχους του για το "Οικείο θέατρο" ή —αν προτιμάτε— "θεατράκι μας" καθώς και τον τρόπο της λειτουργίας του.
Σημείωμα
1. Όχι μπαρ.
2. Όχι απογευματινές την Κυριακή.
3. Παραστάσεις σύντομες: οκτώ με δέκα. Διαλείμματα σύντομα ή καθόλου διαλείμματα.
4. Όχι χειροκροτήματα στη διάρκεια της παράστασης.
5. Όχι υποβολέας. Όχι ορχήστρα, μουσική στη σκηνή μονάχα.
6. Το κείμενο θα πουλιέται στο ταμείο και στο φουαγιέ.
7. Εκατόν εξήντα θέσεις μόνο στην αίθουσα. Όχι κίνδυνος πυρκαγιάς, γιατί θα απαγορεύεται το κάπνισμα. Θα υπάρχει κεντρική θέρμανση και ηλεκτρική θέρμανση στα καμαρίνια.
8. Ο Λούθηρος και Ο δρόμος για τη Δαμασκό παίζονται με ταυτόχρονα σκηνικά ή στην ελισαβετιανή σκηνή στο Μόναχο. Μια αψίδα και αυλαίες.
Αν με ρωτήσουν τώρα τι θέλει το "Θεατράκι Μας", ποιος είναι ο στόχος του, θα απαντήσω: να αναπτύξει μες στο δραματικό έργο ένα θέμα φορτωμένο σημασία αλλά περιορισμένο. Αποφεύγουμε τα επινοήματα της επιτυχίας, τα νούμερα για τις βεντέτες, τα εύκολα εφέ, τα σημεία παλικαριάς. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να συνδέεται από πριν με κανέναν κανόνα, γιατί το θέμα είναι που καθοδηγεί στη φόρμα. Συνεπώς, ελευθερία πλήρη για τον τρόπο που θα μεταχειριστεί το θέμα, αρκεί να γίνεται σεβαστή η ενότητα της σύλληψης και του ύφους.
Αναζητήσαμε μια μικρή αίθουσα όπου οι φωνές των ηθοποιών να ακούγονται από παντού χωρίς να χρειαστεί να φωνάζουν. Είναι στα αλήθεια κάτι θέατρα μεγάλα που οι πρωταγωνιστές πρέπει να φορτσάρουν τη φωνή τους, να ουρλιάζουν τις ερωτικές εξομολογήσεις τους, να βροντοφωνάζουν τις εκμυστηρεύσεις τους, να μουρμουρίζουν τα μυστικά τους με φουσκωμένους τους πνεύμονες, οπότε τελικά μοιάζουν όλοι θυμωμένοι ή σαν να βιάζονται να τα πουν και να φύγουν.
Όταν ο Φαλκ έθεσε τέλος στις μεγάλες παραστάσεις που τελείωναν κατά τα μεσάνυχτα, ξέκοβε ταυτόχρονα και με το κλασικό θέατρο-οινοπωλείο. Ήταν τόλμημα, γιατί η πώληση του αλκοόλ πληρώνει τουλάχιστον το μισό νοίκι στα μεγάλα θέατρα. Όμως τούτη η σύζευξη δραματικής τέχνης και σταθμού οινοποσίας απαιτούσε μεγάλα διαλείμματα που τη διάρκειά τους την καθόριζε ο εστιάτορας.
Η δυσμένεια που δημιουργούνταν με τη διακοπή του έργου για ν΄ αφήσουν το κοινό να πάει να πιει δυνατά ποτά είναι φανερή. Χαλούσε την ατμόσφαιρα, η γοητεία κοβόταν και κείνο που θα έπρεπε να παραμείνει υποσυνείδητο γίνεται συνειδητό. Η ψευδαίσθηση, που έδινε το δραματικό έργο, διαλύεται και το μυαλό ξαναγυρίζει στις καθημερινές σκοτούρες του. Ο θεατής στήνεται να διαβάσει τη βραδινή εφημερίδα του ή μιλάει για τούτο και για κείνο με τους φίλους του που βρίσκει στο μπαρ. Το νήμα του έργου έχει κοπεί, η ροή της δράσης έχει ξεχαστεί και το κοινό ξαναγυρίζει στη θέση του στην αίθουσα με διαθέσεις τελείως ξένες προς το έργο. Η κατάχρηση αυτή προχώρησε τόσο που μερικοί πήγαιναν στο μπαρ πριν καν αρχίσει το έργο και τελικά θεωρούσαν το έργο σαν... διάλειμμα. Κι αν κατά τύχη ο καναπές του φουαγιέ ήταν ιδιαίτερα άνετος, έμεναν έξω ενόσω παίζονταν μια ολόκληρη πράξη.
Η οικονομική κατάσταση στο "Θεατράκι μας" δεινοπάθησε με την αλλαγή, αλλά το θέατρο τελικά κέρδισε: η προσοχή της αίθουσας συγκεντρώθηκε στη σκηνή και το κοινό είχε όλο τον καιρό, στο τέλος, να κουβεντιάζει καθώς έπαιρνε τη σούπα του, γύρω από τι είδε και τι άκουσε.
Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, Το παράλογο και το μυστικιστικό θέατρο, μτφ. Ιάνις Λο Σκόκο, εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα χ.χ.
Τώρα στη Θεσσαλονίκη
Η σονάτα των φαντασμάτων του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε απόδοση στα ελληνικά και σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.
Σε τρεις διαδοχικές κινήσεις, σαν εκείνες που χαρακτηρίζουν μια μουσική σονάτα, παρουσιάζεται η πορεία του ιδεαλιστή φοιτητή Άρκενχολτζ από τον δρόμο στην καρδιά ενός μεγαλόπρεπου και εκθαμβωτικού σπιτιού που τον γοητεύει και τον έλκει, όπως και οι κάτοικοί του. Είναι στην πραγματικότητα μια πορεία ζωής και μύηση στη ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης. Καθ’ οδόν, άνθρωποι και πράγματα απεκδύονται την απατηλή όμορφη όψη τους και φανερώνουν την αενάως μεταβαλλόμενη φύση τους.
Ελάχιστα παιγμένη, (λόγω ίσως των σκηνικών δυσκολιών της), ακατάτακτη, αινιγματική και ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, η Σονάτα, γραμμένη το 1907, προαναγγέλλει πολλές μετέπειτα καλλιτεχνικές αναζητήσεις και εξελίξεις (εξπρεσιονισμό, σουρεαλισμό, θέατρο της σκληρότητας, θέατρο του παραλόγου…). Πρόκειται για ένα ονειρόδραμα όπου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, "όλα είναι πιθανά, όλα είναι δυνατά" και που "είναι τρομακτικό όπως είναι η ίδια η ζωή όταν πέφτουν τα λέπια που καλύπτουν τα μάτια μας και βλέπουμε τα πράγματα έτσι όπως είναι". Έργο οριακό, αλλά και έργο όπου τα όρια συγχέονται. Το πραγματικό και το μη πραγματικό, οι ζωντανοί και οι νεκροί, η ομορφιά και η ασχήμια, η αθωότητα και η διάβρωση, το τραγικό και το κωμικό, ανταλλάσσουν διαρκώς τις ταυτότητές τους, θολώνοντας το περίγραμμα και την ουσία τους…
Σημείωμα
1. Όχι μπαρ.
2. Όχι απογευματινές την Κυριακή.
3. Παραστάσεις σύντομες: οκτώ με δέκα. Διαλείμματα σύντομα ή καθόλου διαλείμματα.
4. Όχι χειροκροτήματα στη διάρκεια της παράστασης.
5. Όχι υποβολέας. Όχι ορχήστρα, μουσική στη σκηνή μονάχα.
6. Το κείμενο θα πουλιέται στο ταμείο και στο φουαγιέ.
7. Εκατόν εξήντα θέσεις μόνο στην αίθουσα. Όχι κίνδυνος πυρκαγιάς, γιατί θα απαγορεύεται το κάπνισμα. Θα υπάρχει κεντρική θέρμανση και ηλεκτρική θέρμανση στα καμαρίνια.
8. Ο Λούθηρος και Ο δρόμος για τη Δαμασκό παίζονται με ταυτόχρονα σκηνικά ή στην ελισαβετιανή σκηνή στο Μόναχο. Μια αψίδα και αυλαίες.
Αν με ρωτήσουν τώρα τι θέλει το "Θεατράκι Μας", ποιος είναι ο στόχος του, θα απαντήσω: να αναπτύξει μες στο δραματικό έργο ένα θέμα φορτωμένο σημασία αλλά περιορισμένο. Αποφεύγουμε τα επινοήματα της επιτυχίας, τα νούμερα για τις βεντέτες, τα εύκολα εφέ, τα σημεία παλικαριάς. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να συνδέεται από πριν με κανέναν κανόνα, γιατί το θέμα είναι που καθοδηγεί στη φόρμα. Συνεπώς, ελευθερία πλήρη για τον τρόπο που θα μεταχειριστεί το θέμα, αρκεί να γίνεται σεβαστή η ενότητα της σύλληψης και του ύφους.
Αναζητήσαμε μια μικρή αίθουσα όπου οι φωνές των ηθοποιών να ακούγονται από παντού χωρίς να χρειαστεί να φωνάζουν. Είναι στα αλήθεια κάτι θέατρα μεγάλα που οι πρωταγωνιστές πρέπει να φορτσάρουν τη φωνή τους, να ουρλιάζουν τις ερωτικές εξομολογήσεις τους, να βροντοφωνάζουν τις εκμυστηρεύσεις τους, να μουρμουρίζουν τα μυστικά τους με φουσκωμένους τους πνεύμονες, οπότε τελικά μοιάζουν όλοι θυμωμένοι ή σαν να βιάζονται να τα πουν και να φύγουν.
Όταν ο Φαλκ έθεσε τέλος στις μεγάλες παραστάσεις που τελείωναν κατά τα μεσάνυχτα, ξέκοβε ταυτόχρονα και με το κλασικό θέατρο-οινοπωλείο. Ήταν τόλμημα, γιατί η πώληση του αλκοόλ πληρώνει τουλάχιστον το μισό νοίκι στα μεγάλα θέατρα. Όμως τούτη η σύζευξη δραματικής τέχνης και σταθμού οινοποσίας απαιτούσε μεγάλα διαλείμματα που τη διάρκειά τους την καθόριζε ο εστιάτορας.
Η δυσμένεια που δημιουργούνταν με τη διακοπή του έργου για ν΄ αφήσουν το κοινό να πάει να πιει δυνατά ποτά είναι φανερή. Χαλούσε την ατμόσφαιρα, η γοητεία κοβόταν και κείνο που θα έπρεπε να παραμείνει υποσυνείδητο γίνεται συνειδητό. Η ψευδαίσθηση, που έδινε το δραματικό έργο, διαλύεται και το μυαλό ξαναγυρίζει στις καθημερινές σκοτούρες του. Ο θεατής στήνεται να διαβάσει τη βραδινή εφημερίδα του ή μιλάει για τούτο και για κείνο με τους φίλους του που βρίσκει στο μπαρ. Το νήμα του έργου έχει κοπεί, η ροή της δράσης έχει ξεχαστεί και το κοινό ξαναγυρίζει στη θέση του στην αίθουσα με διαθέσεις τελείως ξένες προς το έργο. Η κατάχρηση αυτή προχώρησε τόσο που μερικοί πήγαιναν στο μπαρ πριν καν αρχίσει το έργο και τελικά θεωρούσαν το έργο σαν... διάλειμμα. Κι αν κατά τύχη ο καναπές του φουαγιέ ήταν ιδιαίτερα άνετος, έμεναν έξω ενόσω παίζονταν μια ολόκληρη πράξη.
Η οικονομική κατάσταση στο "Θεατράκι μας" δεινοπάθησε με την αλλαγή, αλλά το θέατρο τελικά κέρδισε: η προσοχή της αίθουσας συγκεντρώθηκε στη σκηνή και το κοινό είχε όλο τον καιρό, στο τέλος, να κουβεντιάζει καθώς έπαιρνε τη σούπα του, γύρω από τι είδε και τι άκουσε.
Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, Το παράλογο και το μυστικιστικό θέατρο, μτφ. Ιάνις Λο Σκόκο, εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα χ.χ.
Τώρα στη Θεσσαλονίκη
Η σονάτα των φαντασμάτων του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε απόδοση στα ελληνικά και σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.
Σε τρεις διαδοχικές κινήσεις, σαν εκείνες που χαρακτηρίζουν μια μουσική σονάτα, παρουσιάζεται η πορεία του ιδεαλιστή φοιτητή Άρκενχολτζ από τον δρόμο στην καρδιά ενός μεγαλόπρεπου και εκθαμβωτικού σπιτιού που τον γοητεύει και τον έλκει, όπως και οι κάτοικοί του. Είναι στην πραγματικότητα μια πορεία ζωής και μύηση στη ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης. Καθ’ οδόν, άνθρωποι και πράγματα απεκδύονται την απατηλή όμορφη όψη τους και φανερώνουν την αενάως μεταβαλλόμενη φύση τους.Ελάχιστα παιγμένη, (λόγω ίσως των σκηνικών δυσκολιών της), ακατάτακτη, αινιγματική και ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, η Σονάτα, γραμμένη το 1907, προαναγγέλλει πολλές μετέπειτα καλλιτεχνικές αναζητήσεις και εξελίξεις (εξπρεσιονισμό, σουρεαλισμό, θέατρο της σκληρότητας, θέατρο του παραλόγου…). Πρόκειται για ένα ονειρόδραμα όπου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, "όλα είναι πιθανά, όλα είναι δυνατά" και που "είναι τρομακτικό όπως είναι η ίδια η ζωή όταν πέφτουν τα λέπια που καλύπτουν τα μάτια μας και βλέπουμε τα πράγματα έτσι όπως είναι". Έργο οριακό, αλλά και έργο όπου τα όρια συγχέονται. Το πραγματικό και το μη πραγματικό, οι ζωντανοί και οι νεκροί, η ομορφιά και η ασχήμια, η αθωότητα και η διάβρωση, το τραγικό και το κωμικό, ανταλλάσσουν διαρκώς τις ταυτότητές τους, θολώνοντας το περίγραμμα και την ουσία τους…
Info: Σκηνκά–κοστούμια–φωτισμοί: Απόστολος Αποστολίδης, μουσική: Κωστής Βοζίκης,
μακιγιάζ: Μελίνα Γλαντζή, βοηθός σκηνοθέτη: Αντιγόνη Μπάρμπα, βοηθόςενδυματολόγου: Διδώ Γκόγκου.
μακιγιάζ: Μελίνα Γλαντζή, βοηθός σκηνοθέτη: Αντιγόνη Μπάρμπα, βοηθόςενδυματολόγου: Διδώ Γκόγκου.
Παίζουν: Δέσποινα Κολτσιδοπούλου, Αντιγόνη Μπάρμπα, Αναστασία Μιροσνιτσένκο, Πέτρος Παπαζήσης, Νίκος Πολοζιάνης, Κωστής Ραμπαβίλας, Αναστάσης-Δημήτρης Ροϊλός, Γιώργος Σοφικίτης, Στεργιάνα Τζέγκα.
Μια παραγωγή της ομάδας Angelus Novus.
Στο Studio Όρα (Αντωνίου Καμάρα 3, Θεσσαλονίκη), από 20 Δεκεμβρίου.
Πέμπτη-Σάββατο: 21.15, Κυριακή: 20.00
Πέμπτη-Σάββατο: 21.15, Κυριακή: 20.00
Ο Τζόναθαν Σουίφτ (1667–1745) ήταν αγγλοϊρλανδός σατιρικός δοκιμιογράφος, πολιτικός αρθρογράφος, μυθιστοριογράφος και ποιητής. Διετέλεσε κληρικός της αγγλικανικής μητρόπολης του Αγίου Πατρικίου στο Δουβλίνο. Περίφημος έμεινε ο μυστηριώδης δεσμός του με την Στέλλα (Έστερ Τζόνσον) και περιφημότερα Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ, μια φανταστική περιήγηση σε χώρες γιγάντων και νάνων, που περιείχε ανελέητη κριτική της σύγχρονής του κοινωνίας.
Στοχασμοί του Τζόναθαν Σουίφτ
Η σκωπτική πένα του δημοσιογράφου και ποιητή έκανε γνωστό τον Σουίφτ στη χώρα του. Ένας άνθρωπος που με το ταλέντο του κατάφερε να ξεχωρίσει και να αποκτήσει την αγάπη του απλού κόσμου και τον σεβασμό της αριστοκρατίας. Κι όλα αυτά, παραμένοντας τίμιος και ανεξάρτητος. Η καυστική του σάτιρα ενόχλησε πολύ την κοινωνία της Αγγλίας και ο Σουίφτ ήταν αναγκασμένος να φύγει στην πατρίδα του, στην Ιρλανδία που ήταν αποικία των Άγγλων.
Εκεί πολλαπλασίασε την δράση του ως σατιρικός συγγραφέας και έγινε δημοφιλής. Είναι αξιοσημείωτο: ο πρωθυπουργός την Αγγλίας διέταξε να τον συλλάβουν, αλλά η κυβέρνηση της Ιρλανδίας αρνήθηκε να το κάνει, με τη δικαιολογία ότι για την πραγματοποίηση αυτής της διαταγής χρειάζεται μια στρατιά των δέκα χιλιάδων φαντάρων.
Στο έργο του Μια σεμνή πρόταση κατέθετε τη δική του άποψη με τον διευκρινιστικό υπότιτλο "ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών να αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα για την κοινωνία". Στο κείμενο που σατίριζε την τότε πολιτική ζωή της Ιρλανδίας αλλά και εν γένει την κοινωνική αναλγησία για τους ασθενέστερους, ο συγγραφέας πρότεινε στους φτωχούς να πουλούν τα παιδιά τους σαν τροφή για τους πλούσιους.Εκεί πολλαπλασίασε την δράση του ως σατιρικός συγγραφέας και έγινε δημοφιλής. Είναι αξιοσημείωτο: ο πρωθυπουργός την Αγγλίας διέταξε να τον συλλάβουν, αλλά η κυβέρνηση της Ιρλανδίας αρνήθηκε να το κάνει, με τη δικαιολογία ότι για την πραγματοποίηση αυτής της διαταγής χρειάζεται μια στρατιά των δέκα χιλιάδων φαντάρων.
Στοχασμοί του Τζόναθαν Σουίφτ
- Δεν ευθύνομαι μπροστά στον Θεό για τις αμφιβολίες που γεννήθηκαν στην ψυχή μου, γιατί αυτές οι αμφιβολίες είναι η συνέπεια εκείνης της νόησης που ο Ίδιος μου έδωσε.
- Ο λόγος που ελάχιστοι γάμοι είναι ευτυχισμένοι οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες περνούν τον καιρό τους πλέκοντας δίχτυα κι όχι φτιάχνοντας κλουβιά
- Έχουμε αρκετή θρησκεία για να μας κάνει να μισούμε, αλλά όχι αρκετή για να μας κάνει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον.
- Φαίνεται πως η θρησκεία με την ηλικία ξαναμωραίνεται και τώρα όπως και στην παιδική ηλικία χρειάζεται να την τρέφουμε με θαύματα.
- Η πιο ελκυστική διασκέδαση των ανδρών, των παιδιών και υπόλοιπων άγριων ζώων είναι ο καυγάς .
- Παράξενο αλλά και ολοφάνερο είναι πως οι ποιητές παίρνουν όλη τη δόξα και όχι οι ήρωες τον έργων τους. Θαυμάζουμε περισσότερο τον Όμηρο και Βιργίλιο και όχι τον Αχιλλέα και Έννιο. Με τους ιστορικούς γίνεται το αντίθετο: μας συγκινούν και συναρπάζουν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, αλλά οι συγγραφείς μένουν στη σκιά.
- Κόμμα: η τρέλα πολλών για το κέρδος ολίγων.
- Εάν στους ουρανούς εκτιμούσαν τα πλούτη ως αξία, δε θα τα έδιναν στους παλιάνθρωπους.
- Όταν πάνω στη γη εμφανίζεται μια μεγαλοφυΐα, αναγνωρίζεται από το ποσοστό των ξεροκέφαλων που ενώνονται για να την πολεμήσουν.
- Οι σοφοί άνθρωποι κρύβουν την εξυπνάδα τους πολύ πιο επιμελώς παρά την ανοησία τους.
- Η σάτιρα είναι ένας καθρέφτης που ο καθένας βλέπει οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός από το δικό του.
- Η συκοφαντία συνήθως χτυπάει τους άξιους ανθρώπους, όπως τα σκουλήκια ρίχνονται επάνω στα καλύτερα φρούτα.
- Εκείνος που ποτέ, σε τίποτα δε βασίζεται, ποτέ δε θα είναι απογοητευμένος.Ο καθένας που μπορεί να φυτρώσει δυο στάχυα εκεί που φύτρωνε μόνο ένα προσέφερε μεγαλύτερη υπηρεσία στην ανθρωπότητα και έχει μεγαλύτερη αξία για τη χώρα του παρά ολόκληρη φάρα των πολιτικών.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Το Συσσίτιο, μια θρεπτική παράσταση για καιρούς πείνας, (βασισμένη σε κείμενα των: Σουίφτ, Ροντρίγκο Γκαρσία, Δαμιανού Κωνσταντινίδη αλλά και κείμενα των: Μποστ, Μπρεχτ, Σωτήρη Παστάκα, Γιάννη Τσαρούχη, Στανισλάβ Στρατίεβ, Μάνου Χατζηδάκι, Κ. Ε. Κρικελίκου–Μ. Ι. Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.
Πώς μπορούμε να μιλήσουμε στο θέατρο γι' αυτό που μας συμβαίνει;
Μπορούμε άραγε να γελάσουμε με τα δεινά μας;
Μπορούμε να βρούμε θετικές πλευρές στην κρίση; ή να δούμε κάποιο φως στο τούνελ;
Γύρω από αυτά τα ερωτήματα, και άλλα που σίγουρα θα προκύψουν δουλεύοντας, θα οργανώσουμε την παράστασή μας. Θα χρησιμοποιήσουμε κείμενα γνωστών Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, καθώς και δικά μας, που θα γραφούν στην διάρκεια των δοκιμών. Θέατρο επινόησης αλλά και ένα είδος επιθεώρησης, ένα ιδιότυπο καμπαρέ, ένα café chantant.
Σκηνικά, κοστούμια, φώτα Απόστολος Αποστολίδης, Μουσική Κωστής Βοζίκης, Χορογραφίες Αμαλία Στρινοπούλου, Βοηθός σκηνοθέτη Κόμνω Ευαγγελία Κρικελίκου.Μπορούμε άραγε να γελάσουμε με τα δεινά μας;
Μπορούμε να βρούμε θετικές πλευρές στην κρίση; ή να δούμε κάποιο φως στο τούνελ;
Γύρω από αυτά τα ερωτήματα, και άλλα που σίγουρα θα προκύψουν δουλεύοντας, θα οργανώσουμε την παράστασή μας. Θα χρησιμοποιήσουμε κείμενα γνωστών Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, καθώς και δικά μας, που θα γραφούν στην διάρκεια των δοκιμών. Θέατρο επινόησης αλλά και ένα είδος επιθεώρησης, ένα ιδιότυπο καμπαρέ, ένα café chantant.
Παίζουν: Κωστής Βοζίκης, Χριστίνα Γεωργίου, Πένυ Γραικού, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Γιάννης Δρακόπουλος, Μάριος Ζαρδαβάς, Αφροδίτη Ιωαννίδου, Κωνσταντίνα Καστέλλου, Κόμνω Ευαγγελία Κρικελίκου, Κώστας Μελίδης, Μαίρη Μωραϊτοπούλου, Μαρία Ιωάννα Παπαθανασίου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Στέφανος Πίττας, Άγγελος Ρούσσος, Σταμάτης Στάμογλου, Πολύκαρπος Φιλιππίδης.
23,24 Ιουλίου, Θέατρο Κήπου Θεσσαλονίκης. Μια παραγωγή της ομάδας Angelus novus.
Το σοκ ως πηγή έμπνευσης και αλήθειας
Είστε όλοι σας καθάρματα του Rodrigo Garcia σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη στο θέατρο Όρα (Θεσσαλονίκη)
"Ο αέρας είναι γεμάτος εικόνες". Η φράση του Δημόκριτου που ακούγεται στο έργο του Rodrigo Garcia, Είστε όλοι σας καθάρματα, βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης και ανέβηκε στο "τρομερά" δημιουργικό υπόγειο της οδού Αντωνίου Καμάρα, που από την τρέχουσα θεατρική περίοδο "πέρασε στα χέρια" της ομάδας Angelus Novus. Ο Κωνσταντινίδης έφερε στη σκηνή τον προκλητικό, σκληρό αλλά βαθιά αληθινό, ποιητικό και πολιτικό λόγο του Garcia, σχηματοποιημένο με εικόνες αισθητικής τελειότητας που συγκινούν με την καθαρότητα τους.
Το κείμενο του Garcia που αποτελείται από μονολόγους αντλημένους από σελίδες ημερολογίων, σκέψεις για τη ζωή και την στάση των ανθρώπων απέναντι σε θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα, όπως τη δύναμη της επιθυμίας και την ορμή της σεξουαλικότητας, λειτουργεί σαν μια γροθιά απέναντι στην ασφάλεια του απόμακρου, αποστασιοποιημένου θεατή, αλλά και του "επαναπαυμένου" ασφαλή ανθρώπου. Από το κείμενο απουσιάζει η γραμμική, συμβατική ανάπτυξη της πλοκής ενώ είναι έντονα τα χωροχρονικά άλματα, γεγονός που δημιουργεί μια σύγχυση στην απορρόφηση όλων των πληροφοριών, ευτυχώς όχι ικανή να στερήσει κάτι από την σπουδαιότητα του συγκεκριμένου σκηνικού εγχειρήματος. Στο έργο υπάρχουν σαφείς παραπομπές στον τρόπο ζωής του ίδιου του συγγραφέα με αναφορές σε φτωχογειτονιές και παραγκουπόλεις. Ο Garcia πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε φτωχικές συνοικίες του Μπουένος Άιρες, ενώ πριν ασχοληθεί με το θέατρο και εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, όπου δημιούργησε το θέατρο La Carniceria (θέατρο Κρεοπωλείο), δούλεψε ως μανάβης και κρεοπώλης. Ο σκηνικός χώρος είναι ένα κρεοπωλείο ή σφαγείο —μια πολύ καλή, ολοκληρωμένη σκηνογραφική πρόταση από τον Απόστολο Αποστολίδη— που σταδιακά "μεταμορφώνεται" σε ένα θυσιαστήριο, έναν χώρο τεμαχισμού του ανθρώπινου σώματος το οποίο θυσιάζεται στο βωμό της εμπορευματοποίησης αισθημάτων και αξιών.
Οι εικόνες της παράστασης έχουν ευθύ συσχετισμό με την έντονη θρησκευτικότητα που κουβαλάει το κείμενο και συσχετίζεται με το δίπολο επιθυμία-αμαρτία που οδηγεί σε μια εξιλέωση. Ο μοναδικός γυναικείος χαρακτήρας του έργου ως άλλη Μαρία Μαγδαληνή πλένει και σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια ενός ημίγυμνου "Ιησού", χρησιμοποιώντας ένα κόκκινο υγρό που χύνεται αδιάκοπα στο χώρο, παραπέμποντας στο αίμα του κρεοπωλείου των ανθρώπινων σωμάτων και ψυχών, αλλά και στον οίνο της θείας μετάληψης, "εις άφεσιν αμαρτιών". Λίγο νωρίτερα το κόκκινο υγρό στάζει από τα πλαστικά μπουκάλια που έχουν κάτω από τα μανίκια τους οι ηθοποιοί, σαν να βγαίνει από τις κομμένες φλέβες τους, τις ματωμένες ψυχές τους.
Το έργο είναι ουσιαστικά μια λεκτική καταιγίδα που έχει σαν στόχο να πλήξει την όποια ασφάλεια νιώθει ο επαναπαυμένος, περιχαρακωμένος στα κεκτημένα του θεατής. Το συχνά μετωπικό παίξιμο των ηθοποιών, η άμεση απεύθυνση στον θεατή —που λειτουργεί ως μια κατά μέτωπον επίθεση— κάτω από το φως που λούζει εξίσου σκηνή και πλατεία, κάνει τα βλέμματα ηθοποιών και θεατών να διασταυρώνονται, επιτείνοντας ένα αίσθημα συνενοχής, αλλά και καθαρής ενοχής που είναι έντονο στο κείμενο. Τα όρια ανάμεσα στη σκηνή και στην πλατεία έχουν εύστοχα καταπατηθεί. Οι ηθοποιοί φτάνουν στους θεατές μοιράζοντας φιλιά και —λεκτικά— χαστούκια εισάγοντας τους στο πλαίσιο κρίσης των πεπραγμένων που είναι έντονο στη γραφή του Garcia. Αρκεί να αναλογιστούμε την παρουσία του χαστουκιού ως μέσο για την ανάπτυξη της θρησκευτικής επιταγής "να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο όταν φας ένα χαστούκι" αλλά και την λειτουργία του φιλιού ως μέσο έκφρασης συναισθημάτων τρυφερότητας, αποδοχής, αλλά και προδοσίας.
Οι τέσσερις νέοι, σκηνικά πρωτόπειροι ηθοποιοί (Κολτσιδοπούλου, Παπαϊωάννου, Ράμμος, Φουρλής) πετυχαίνουν —χωρίς ελάχιστο ίχνος υπερβολής— υποκριτικό άθλο. Εμφανίζονται επί σκηνής εξαντλητικά δουλεμένοι τόσο υποκριτικά, όσο και σωματικά, κινησιολογικά (επιμέλεια κίνησης Έφη Δρόσου). Ισορροπούν επιτυχώς ανάμεσα σε μια εξαιρετικά οργανωμένη σκηνοθετική "χορογραφία" και στο αυθόρμητο συναίσθημα —σκληρό, παλλόμενο, λυτρωτικό και ζωογόνο— που εκλύεται διαρκώς από ένα τόσο δυνατό κείμενο όπως αυτό του Garcia.
Απομονώνοντας λίγες φράσεις και μια εικόνα για το κλείσιμο αυτού του κειμένου: "Στις μεζονέτες γίνονται πιο αποτρόπαιες πράξεις από ότι στις παραγκουπόλεις, επειδή εκεί απλά υπάρχει ο προϋπολογισμός". Η φράση αυτή ακούγεται στον χειμαρρώδη μονόλογο που ερμηνεύει ο Φουρλής, εκφράζοντας μια κραυγή απόγνωσης στην άνευ όρων παράδοση της ανθρώπινης ψυχής στην εμπορευματοποίηση που προκαλούν τα Μ.Μ.Ε., οι πολυεθνικές, οι ταξικές διαφορές, ο πλούτος, ο στραγγαλισμός της επιθυμίας. Καθώς ο ήρωας αναρωτιέται που πάει η ψυχή, μια ανθρώπινη φιγούρα ανεβαίνει τη σκάλα του θεάτρου σε μια πορεία προς το ανώτερο, προς το φως, προς την αληθινή ζωή. Αυτή τη σκάλα ανεβαίνουμε λίγα λεπτά αργότερα και εμείς, οι θεατές, έχοντας παρακολουθήσει, μια καλοδουλεμένη παράσταση-πρόταση που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο μια διαφορετική, προκλητική, ρηξικέλευθη θεατρική δημιουργία στη Θεσσαλονίκη του 2012.
Είστε όλοι σας καθάρματα του Rodrigo Garcia σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη στο θέατρο Όρα (Θεσσαλονίκη)
"Ο αέρας είναι γεμάτος εικόνες". Η φράση του Δημόκριτου που ακούγεται στο έργο του Rodrigo Garcia, Είστε όλοι σας καθάρματα, βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης και ανέβηκε στο "τρομερά" δημιουργικό υπόγειο της οδού Αντωνίου Καμάρα, που από την τρέχουσα θεατρική περίοδο "πέρασε στα χέρια" της ομάδας Angelus Novus. Ο Κωνσταντινίδης έφερε στη σκηνή τον προκλητικό, σκληρό αλλά βαθιά αληθινό, ποιητικό και πολιτικό λόγο του Garcia, σχηματοποιημένο με εικόνες αισθητικής τελειότητας που συγκινούν με την καθαρότητα τους.
Το κείμενο του Garcia που αποτελείται από μονολόγους αντλημένους από σελίδες ημερολογίων, σκέψεις για τη ζωή και την στάση των ανθρώπων απέναντι σε θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα, όπως τη δύναμη της επιθυμίας και την ορμή της σεξουαλικότητας, λειτουργεί σαν μια γροθιά απέναντι στην ασφάλεια του απόμακρου, αποστασιοποιημένου θεατή, αλλά και του "επαναπαυμένου" ασφαλή ανθρώπου. Από το κείμενο απουσιάζει η γραμμική, συμβατική ανάπτυξη της πλοκής ενώ είναι έντονα τα χωροχρονικά άλματα, γεγονός που δημιουργεί μια σύγχυση στην απορρόφηση όλων των πληροφοριών, ευτυχώς όχι ικανή να στερήσει κάτι από την σπουδαιότητα του συγκεκριμένου σκηνικού εγχειρήματος. Στο έργο υπάρχουν σαφείς παραπομπές στον τρόπο ζωής του ίδιου του συγγραφέα με αναφορές σε φτωχογειτονιές και παραγκουπόλεις. Ο Garcia πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε φτωχικές συνοικίες του Μπουένος Άιρες, ενώ πριν ασχοληθεί με το θέατρο και εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, όπου δημιούργησε το θέατρο La Carniceria (θέατρο Κρεοπωλείο), δούλεψε ως μανάβης και κρεοπώλης. Ο σκηνικός χώρος είναι ένα κρεοπωλείο ή σφαγείο —μια πολύ καλή, ολοκληρωμένη σκηνογραφική πρόταση από τον Απόστολο Αποστολίδη— που σταδιακά "μεταμορφώνεται" σε ένα θυσιαστήριο, έναν χώρο τεμαχισμού του ανθρώπινου σώματος το οποίο θυσιάζεται στο βωμό της εμπορευματοποίησης αισθημάτων και αξιών.
Οι εικόνες της παράστασης έχουν ευθύ συσχετισμό με την έντονη θρησκευτικότητα που κουβαλάει το κείμενο και συσχετίζεται με το δίπολο επιθυμία-αμαρτία που οδηγεί σε μια εξιλέωση. Ο μοναδικός γυναικείος χαρακτήρας του έργου ως άλλη Μαρία Μαγδαληνή πλένει και σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια ενός ημίγυμνου "Ιησού", χρησιμοποιώντας ένα κόκκινο υγρό που χύνεται αδιάκοπα στο χώρο, παραπέμποντας στο αίμα του κρεοπωλείου των ανθρώπινων σωμάτων και ψυχών, αλλά και στον οίνο της θείας μετάληψης, "εις άφεσιν αμαρτιών". Λίγο νωρίτερα το κόκκινο υγρό στάζει από τα πλαστικά μπουκάλια που έχουν κάτω από τα μανίκια τους οι ηθοποιοί, σαν να βγαίνει από τις κομμένες φλέβες τους, τις ματωμένες ψυχές τους.
Το έργο είναι ουσιαστικά μια λεκτική καταιγίδα που έχει σαν στόχο να πλήξει την όποια ασφάλεια νιώθει ο επαναπαυμένος, περιχαρακωμένος στα κεκτημένα του θεατής. Το συχνά μετωπικό παίξιμο των ηθοποιών, η άμεση απεύθυνση στον θεατή —που λειτουργεί ως μια κατά μέτωπον επίθεση— κάτω από το φως που λούζει εξίσου σκηνή και πλατεία, κάνει τα βλέμματα ηθοποιών και θεατών να διασταυρώνονται, επιτείνοντας ένα αίσθημα συνενοχής, αλλά και καθαρής ενοχής που είναι έντονο στο κείμενο. Τα όρια ανάμεσα στη σκηνή και στην πλατεία έχουν εύστοχα καταπατηθεί. Οι ηθοποιοί φτάνουν στους θεατές μοιράζοντας φιλιά και —λεκτικά— χαστούκια εισάγοντας τους στο πλαίσιο κρίσης των πεπραγμένων που είναι έντονο στη γραφή του Garcia. Αρκεί να αναλογιστούμε την παρουσία του χαστουκιού ως μέσο για την ανάπτυξη της θρησκευτικής επιταγής "να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο όταν φας ένα χαστούκι" αλλά και την λειτουργία του φιλιού ως μέσο έκφρασης συναισθημάτων τρυφερότητας, αποδοχής, αλλά και προδοσίας.
Οι τέσσερις νέοι, σκηνικά πρωτόπειροι ηθοποιοί (Κολτσιδοπούλου, Παπαϊωάννου, Ράμμος, Φουρλής) πετυχαίνουν —χωρίς ελάχιστο ίχνος υπερβολής— υποκριτικό άθλο. Εμφανίζονται επί σκηνής εξαντλητικά δουλεμένοι τόσο υποκριτικά, όσο και σωματικά, κινησιολογικά (επιμέλεια κίνησης Έφη Δρόσου). Ισορροπούν επιτυχώς ανάμεσα σε μια εξαιρετικά οργανωμένη σκηνοθετική "χορογραφία" και στο αυθόρμητο συναίσθημα —σκληρό, παλλόμενο, λυτρωτικό και ζωογόνο— που εκλύεται διαρκώς από ένα τόσο δυνατό κείμενο όπως αυτό του Garcia.
Απομονώνοντας λίγες φράσεις και μια εικόνα για το κλείσιμο αυτού του κειμένου: "Στις μεζονέτες γίνονται πιο αποτρόπαιες πράξεις από ότι στις παραγκουπόλεις, επειδή εκεί απλά υπάρχει ο προϋπολογισμός". Η φράση αυτή ακούγεται στον χειμαρρώδη μονόλογο που ερμηνεύει ο Φουρλής, εκφράζοντας μια κραυγή απόγνωσης στην άνευ όρων παράδοση της ανθρώπινης ψυχής στην εμπορευματοποίηση που προκαλούν τα Μ.Μ.Ε., οι πολυεθνικές, οι ταξικές διαφορές, ο πλούτος, ο στραγγαλισμός της επιθυμίας. Καθώς ο ήρωας αναρωτιέται που πάει η ψυχή, μια ανθρώπινη φιγούρα ανεβαίνει τη σκάλα του θεάτρου σε μια πορεία προς το ανώτερο, προς το φως, προς την αληθινή ζωή. Αυτή τη σκάλα ανεβαίνουμε λίγα λεπτά αργότερα και εμείς, οι θεατές, έχοντας παρακολουθήσει, μια καλοδουλεμένη παράσταση-πρόταση που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο μια διαφορετική, προκλητική, ρηξικέλευθη θεατρική δημιουργία στη Θεσσαλονίκη του 2012.
Κορνήλιος Ρουσάκης
Ο Rodrigo Garcia (1964) είναι συγγραφέας, σκηνογράφος και σκηνοθέτης. Με καταγωγή από την Αργεντινή, ζει και εργάζεται στη Μαδρίτη από το 1986, όπου ίδρυσε το δικό του θέατρο, το La Carniceria Teatro (θέατρο κρεοπωλείο). Δημιουργεί με έναν πολύ πειραματικό και προσωπικό τρόπο, αναζητώντας μια προσωπική γλώσσα, μακριά από τις "παραδοσιακές" μορφές θεάτρου. Υπάρχουν επιρροές από τον Μπέκετ, τον Πίντερ και αργότερα από τον Μύλλερ, τον Μπέρχαρντ, τον Χάντκε. Τα έργα του έχουν παρουσιαστεί αρκετές φορές και έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Έχει λάβει θεατρικά βραβεία για τα έργα: Macbeth Imagenes (1987), Reloj (1988), Notes de Cocina (1994) και El Padre (1994).
O Garcia πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Yparraguirre, στις φτωχογειτονιές των προαστίων του Μπουένος Άϊρες. Δούλεψε ως μανάβης, κρεοπώλης, ταχυδρόμος και αρθρογράφος, δουλειές τις οποίες εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στο θέατρο.
Έγραψε έργα που "εκρήγνυνται σαν βόμβες" και φέρνουν κοντά στοιχεία του παρελθόντος και του σύγχρονου πολιτισμού. Με την ομάδα του έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή θεατρική γλώσσα, με την οποία τα κινούμενα σώματα χαρτογραφούν τις νέες τελετουργίες της καθημερινής ζωής. Ο ίδιος αρνείται να περιορίσει τον εαυτό του σε ένα θέατρο που έχει γραφτεί μόνο για ειδικούς και κινείται σύμφωνα με κανόνες και συγκεκριμένο δόγμα. Πηγή έμπνευσης οι δρόμοι της συνοικίας του Μπουένος Άϊρες. Ονειρεύεται ένα θέατρο στο οποίο "ο καθένας μπορεί να ωθήσει και να ανοίξει την πόρτα, χωρίς να διστάσει να κάνει το πρώτο βήμα". Η γραφή του, με έντονο το ποιητικό στοιχείο, αποτελεί μια προέκταση της πραγματικότητας που τον εμπνέει έντονα.
O Garcia πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Yparraguirre, στις φτωχογειτονιές των προαστίων του Μπουένος Άϊρες. Δούλεψε ως μανάβης, κρεοπώλης, ταχυδρόμος και αρθρογράφος, δουλειές τις οποίες εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στο θέατρο.
Έγραψε έργα που "εκρήγνυνται σαν βόμβες" και φέρνουν κοντά στοιχεία του παρελθόντος και του σύγχρονου πολιτισμού. Με την ομάδα του έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή θεατρική γλώσσα, με την οποία τα κινούμενα σώματα χαρτογραφούν τις νέες τελετουργίες της καθημερινής ζωής. Ο ίδιος αρνείται να περιορίσει τον εαυτό του σε ένα θέατρο που έχει γραφτεί μόνο για ειδικούς και κινείται σύμφωνα με κανόνες και συγκεκριμένο δόγμα. Πηγή έμπνευσης οι δρόμοι της συνοικίας του Μπουένος Άϊρες. Ονειρεύεται ένα θέατρο στο οποίο "ο καθένας μπορεί να ωθήσει και να ανοίξει την πόρτα, χωρίς να διστάσει να κάνει το πρώτο βήμα". Η γραφή του, με έντονο το ποιητικό στοιχείο, αποτελεί μια προέκταση της πραγματικότητας που τον εμπνέει έντονα.
Πηγή: http://contemporaryperformance.com/2009/12/28/featured-rodrigo-garcia-la-carniceria-teatro-madrid.
Το έργο του Είστε όλοι σας καθάρματα παρουσιάζεται (σε πανελλήνια πρώτη) στο θέατρο Όρα (Τσιμισκή και Αντωνίου Καμάρα 3, Θεσσαλονίκη), σε μετάφραση και σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη, σκηνικά-κοστούμια-φωτισμούς Απόστολου Αποστολίδη, κίνηση Έφης Δρόσου και βοηθό σκηνοθέτη τη Μαρία Γρίβα. Παίζουν: Δέσποινα Κολτσιδοπούλου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Νίκος Ράμμος, Δημήτρης Φουρλής.








