Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Υπόγειο" (Αυλαία, 23-26/9), "Προσωπική συμφωνία" (Κολοσσαίον, 25/9-6/10), "Ρένα" (Αριστοτέλειον, 27/9-6/10), "Οθέλλος" (Αμαλία, 2-13/10), "Οι 12 ένορκοι" (Αθήναιον, 4-5/10)

ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΟ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΑΤΡΟ ΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΑΤΡΟ ΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τα "Έπεα Πτερόεντα" περιέχουν "μουσικά" στοιχεία, θέματα, σκηνές και ήρωες από τον στυγερό κύκλο του Μύθου των Ατρειδών. Ο Άρης Ρέτσος εισάγει στα θεατρικά δρώμενα πρωτοφανείς ηχοδραστικές καινοτομίες και αναβαθμίζει την αντίληψη τού αρχαίου λόγου, δίχως να προδίδει τους κανόνες που τον γέννησαν.
Φανταστική κι αυθεντική ιστορία μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας.
Απ’ όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυο αδερφές. Κι η μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε πως το σπίτι τους είχε μεταφερθεί κάπου στη αρχαία Θήβα, ή μάλλον, στο Άργος – σύγχυζε τη μυθολογία , την ιστορία και την ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν. Όχι το μέλλον. Αργότερα συνήλθε .
Και είναι αυτή που μου μίλησε το βράδυ που τους έφερα απ' την ξενιτειά ένα μήνυμα του θείου τους
-αδελφού τού πατέρα τους. Η άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου.
Πότε-πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα με παντόφλες στη διπλανή κάμαρα, όσο μιλούσε η μεγάλη:

"Τώρα γυρίζουμε μονάχες οι δυο μικρές αδελφές μέσα σε τούτο το απέραντο σπίτι —μικρές, που λέει ο λόγος,— από χρόνια γεράσαμε κ' εμείς,
είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας κ' οι μόνες, άλλωστε, που απομείναμε.
Δεν ξέρουμε
πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε
να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο —μια ζωή περάσαμε δω μέσα—
είναι κι ο χώρος των νεκρών μας εδώ —δεν μπορείς να τούς πουλήσεις—
κι άλλωστε ποιος τους παίρνει τους νεκρούς; Μα πάλι να τους κουβαλάμε
απ' το ‘να σπίτι στ' άλλο, απ' τη μια συνοικία στην άλλη,
—πολύ κουραστικό κ' επικίνδυνο— βολεύτηκαν εδώ
άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας, άλλος κάτω απ' το τραπέζι,
άλλος πίσω απ' τη ντουλάπα ή πίσω απ' τα τζάμια τής βιβλιοθήκης,
άλλος μες στο γυαλί τής λάμπας — τόσο σεμνός κι ολιγαρκής πως πάντα του,
άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ' τούς δυο λεπτούς, σταυρωτούς ίσκιους
που γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες τής μικρής αδελφής μου". [...]

Απόσπασμα από το Νεκρό σπίτι του Γιάννη Ρίτσου.

Τώρα στη θεατρική σκηνή
Το νεκρό σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, σε σκηνοθεσία Απόστολου Αποστολίδη.

Η γυναίκα που τρελάθηκε μιλάει και τα λόγια της ξεχειλίζουν τη μοναξιά της-τη φυλακή της από τα νεανικά ακόμη χρόνια της.
Το αίμα που χύθηκε οριοθέτησε τη ζωή της … την ανάγκασε απλά να περιφέρεται σ’ ένα έρημο σπίτι, αποκομμένη απ’ την αληθινή ζωή. Συντροφιά της ήχοι και φαντάσματα απ’ το παρελθόν… που κατακλύζουν το σπίτι και την ψυχή της. Κι όμως, αν και φέρει όλη αυτή την τραγική μοίρα, κι έχοντας υπομείνει περισσότερα δεινά απ’ όσα της αναλογούν, η επιθυμία της για ζωή φαίνεται να παραμένει άσβεστη. Η μουσική έχει σκεπάσει τις κραυγές των φόνων. Οι μυρωδιές της φύσης έχουν σκεπάσει τη μυρωδιά του αίματος. Η αγάπη, ακόμη και γι’ αυτούς που έφταιξαν, έχει σκεπάσει τις αποτρόπαιες πράξεις τους.
Τελικά η ζωή φαίνεται να έχει νικήσει το θάνατο… έστω και προσωρινά….

Σκηνικά-κοστούμια: Απόστολος Αποστολίδης
Ερμηνεύει η Σωτηρία Ζάνταλη

Στο Studio Όρα (Αντωνίου Καμάρα 3, Θεσσαλονίκη), από 10 Μαΐου
Κάθε Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 21:15.



Ζουμ σε ψυχές και συναισθήματα

Πίσω από τις κλειστές πόρτες, των Αχιλλέα Ψαλτόπουλου και Νατάσας Κοντελετζίδου, σε σκηνοθεσία Αχιλλέα Ψαλτόπουλου, στο θέατρο Όρα.

Ένα γαλλικό μυθιστόρημα έδωσε το έναυσμα στον Αχιλλέα Ψαλτόπουλο και τη Νατάσα Κοντελετζίδου για να δημιουργήσουν ένα νέο θεατρικό κείμενο που μεταφέρει τους θεατές στα άδυτα μια κινηματογραφικής οντισιόν. Η ατέρμονη “ηδονοβλεπτική” διάθεση του κοινού να διεισδύσει στο άβατο των χώρων καλλιτεχνικής δημιουργίας, να δει τον εικαστικό δημιουργό στο ατελιέ του, τον κινηματογραφιστή στο πλατώ ή τον θεατρικό σκηνοθέτη στην πρόβα, βρίσκει εδώ την απόλυτη ενσάρκωσή της. Στο έργο, ένας σκηνοθέτης του κινηματογράφου και ο βοηθός του διοργανώνουν στο Παρίσι, μια οντισιόν για να επιλέξουν πρωταγωνίστρια για την ταινία τους.
Το πρώτο μέρος αποτελείται από τα δοκιμαστικά έξι κοριτσιών με ετερόκλητες προσωπικότητες και εκ διαμέτρου αντίθετους χαρακτήρες. Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στο δοκιμαστικό μιας έβδομης κοπέλας και στην μυστηριώδη, έντονη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτή και τον σκηνοθέτη.

Τα σημαντικά κειμενικά επιτεύγματα που υπάρχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, θαμπώνονται σε μεγάλο βαθμό, από τη φλυαρία που κατακλύζει έργο και παράσταση και από τις άνισες, αδύναμες ερμηνείες των ηθοποιών που επωμίζονται τους ρόλους των υποψήφιων της οντισιόν. Οι συγγραφείς ενισχύουν το πρώτο μέρος με χιούμορ, έναν σαρκασμό απέναντι στην ματαιοδοξία των εκκολαπτόμενων σταρ του κινηματογράφου, στη ρηχή στάση ζωής των άμυαλων στάρλετ που προσπαθούν να προσεγγίσουν τη λάμψη και να αναδυθούν στην επιφάνεια, χωρίς να λείπουν και οι σκοτεινές στιγμές των ζωών των κοριτσιών, που εύστοχα δικαιολογούν δραματουργικά τη στάση που -ηθελημένα ή άθελα- υιοθετούν: απόντες γονείς, καταπιεσμένη ή/και υπερβολική σεξουαλικότητα, κακοποίηση κ.τ.λ.

Η επίπεδη, σχεδόν μονολογική, φόρμα του πρώτου μέρους με το διαδοχικό ξετύλιγμα των έξι ιστοριών και η αδύναμη ερμηνευτική δεινότητα (τόσο φωνητικά όσο και στον χειρισμό της ατάκας) των ηθοποιών, που περιορίζεται σε επιφανειακή σκιαγράφηση των χαρακτήρων με κλισέ χειρονομίες και στάση σώματος, κουράζουν και μειώνουν τις όποιες αρετές έχει το κείμενο. Στο δεύτερο μέρος το αποτέλεσμα είναι αισθητά βελτιωμένο. Η ενώπιος ενωπίω συνάντηση του σκηνοθέτη με την έβδομη κοπέλα και το ψυχολογικό παιχνίδι γάτας και ποντικού που ακολουθεί τονώνει το δραματουργικό και σκηνικό ενδιαφέρον. Ο Αχιλλέας Ψαλτόπουλος απολαυστικός σε έναν ρόλο “βούτυρο στο ψωμί του” είναι ο λίγο νευρικός κι απόμακρος σκηνοθέτης με το έντονο παρελθόν που σταδιακά διαλύεται, χάνει τις άμυνες του και περνά από την “ασφάλεια” του παρασκηνίου στην έκθεση μπροστά από την κάμερα. Μια κάμερα που έχει “περάσει στα χέρια” της νεαρής κοπέλας και τώρα την στρέφει προς την ψυχή του σκηνοθέτη. Ο Ψαλτόπουλος-σκηνοθέτης δημιουργεί μια γοητευτική, κυριολεκτική και μεταφορική πορεία προς το φως. Σταδιακά, καθώς η δράση εξελίσσεται, ο σκηνοθέτης-χαρακτήρας του έργου μεταφέρεται από το βάθος της σκηνής προς το προσκήνιο.
Η σημαντική ανατροπή πριν το φινάλε και η κινηματογραφική ατμόσφαιρα που έχει στηθεί στη μικρή σκηνή του θεάτρου Όρα, είναι τα δύο στοιχεία που κράτησα από μια θεατρική βραδιά που αν δεν είχε την αναιτιολόγητη κειμενική φλυαρία και την ερμηνευτική πλαδαρότητα θα παρέμενε ζωντανή στη μνήμη για καιρό.

Κορνήλιος Ρουσάκης




Ένας διάσημος σκηνοθέτης του κινηματογράφου, διοργανώνει, στο Παρίσι, μία διήμερη οντισιόν για νέες κοπέλες, ψάχνοντας να βρει την πρωταγωνίστρια για την νέα του ταινία. Ο ίδιος, όμως, βρίσκεται σε προσωπική και δημιουργική κρίση. Μέσα από αυτή την διαδικασία και απρόσμενα, θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του και με καλά απωθημένα μυστικά, που τον στοιχειώνουν. Το τέλος απρόβλεπτο κι ανατρεπτικό. Με το έργο δίνεται η δυνατότητα στους θεατές να παρακολουθήσουν εκ των έσω τον κόσμο του θεάματος και τους μηχανισμούς του, άλλοτε με ευτράπελο τρόπο και άλλοτε με δραματικό.
 
Το θέατρο Αναζήτηση Θεσσαλονίκης παρουσιάζει το έργο των Αχιλλέα Ψαλτόπουλου και Νατάσας Κοντελετζίδου, Πίσω από τις κλειστές πόρτες, σε σκηνοθεσία Αχιλλέα Ψαλτόπουλου.

Σκηνικά: Αχιλλέας Ψαλτόπουλος (με τη βοήθεια της n-orasis),
Κοστούμια–Μακιγιάζ: Χριστίνα Καραγρηγορίου,
Πρωτότυπη Μουσική : Kostika Çollaku,
Φωτισμοί: Γιάννης Μπενεβάς,
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νατάσα Κοντελετζίδου,
Γραφιστικά : Ελίζα Ζαρίφη-trebanal,
Φωτογραφίες: Γιάννης Φραγκούλης.

Στο θέατρο Όρα, (Αντωνίου Καμάρα 3, Θεσσαλονίκη), από 21 Μαρτίου.
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 21:00.



 
Στις 23 Οκτωβρίου 2002 εισέβαλαν στο κατάμεστο θέατρο Ντούμπροβκα, 50 ένοπλοι Τσετσένοι, υποστηρικτές του ισλαμικού, μαχητικού, αυτονομιστικού κινήματος της Τσετσενίας. Κράτησαν ομήρους 850 ανθρώπους, απαιτώντας την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από την Τσετσενία και τον τερματισμό του πολέμου. Ηγέτης της πολιορκίας ήταν ο Movsar Barayev. Μετά από δυόμισι μέρες πολιορκίας, οι ρωσικές δυνάμεις μπήκαν στο κτίριο διαχέοντας χημικά από το σύστημα εξαερισμού. Κατά τη διάρκεια της επιδρομής σκοτώθηκαν 39 εισβολείς και τουλάχιστον 129 όμηροι. Κάποιοι από τους ομήρους έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της τοξικής ουσίας που έριξαν στους χώρους του θεάτρου οι δυνάμεις καταστολής, λίγο πριν εισβάλλουν.
Το τραγικό αυτό περιστατικό απασχόλησε συγγραφείς και ερευνητές. Το 2004 σε ντοκιμαντέρ του BBC γίνεται δημοσιογραφική έρευνα για τη σύσταση της χημικής ουσίας που κατέκλυσε το θέατρο.
Το 2003, το δίκτυο ΗΒΟ παρουσίασε το ντοκιμαντέρ Terror in Moscow, με συνεντεύξεις των ομήρων και στιγμιότυπα από την ομηρία.
Τον Σεπτέμβριο του 2006, έκανε πρεμιέρα στο New End Theatre του Λονδίνου το έργο της Natalia Pelevine, In your Hands, που βασίζεται στα γεγονότα αυτά. Τον Απρίλιο του 2008 η Pelevine καυτηρίασε την απόφαση των ρωσικών αρχών να απαγορεύσουν το έργο, όταν παρουσιάστηκε στην πόλη Makhachkala, την πρωτεύουσα του Dagestan, κοντά στην Τσετσενία.
Ένα άλλο έργο, το We Declare You a Terrorist του Tim J. Lord, έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Summer Play, το 2009. Η εισβολή στο θέατρο Ντούμπροβκα αποτυπώθηκε, επίσης, σε ένα ντοκιμαντέρ του National Geographic, που περιείχε αρχειακό υλικό και ένα βίντεο αναπαράστασης.
http://en.wikipedia.org/wiki/Moscow_theater_hostage_crisis

Τώρα στη Θεσσαλονίκη
Νordost του Τόρστεν Μπουχστάινερ, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα.
Τρεις γυναίκες στη σκηνή, τρεις παράλληλες ζωές που τέμνονται σε ένα σημείο που η κάθε μια να φωτίζει διαφορετικά μια πτυχή της ιστορίας.
Στο θέατρο Ντούμπροβκα παίζεται το μιούζικαλ Νordost. Οκτακόσιοι πενήντα θεατές κατακλύζουν την πλατεία του θεάτρου. Στο διάλειμμα τσετσένοι αυτονομιστές εισβάλλουν και κρατούν ομήρους τους θεατές για τρεις ημέρες.Τρεις γυναίκες, αυτόπτες μάρτυρες του γεγονότος, μια Τσετσένα "μαύρη χήρα", μια Λετονή γιατρός και μια Ρωσίδα όμηρος διασταυρώνουν τις μαρτυρίες τους, αποκαλύπτοντας τρεις διαφορετικές σκοπιές μέσα στο θέατρο εκείνη τη νύχτα.
Οι διάλογοί τους συναρπάζουν με τη ζωντάνια και την ανθρωπιά τους, χωρίς να θέτουν το ερώτημα της υπαιτιότητας και φτάνουν στο αποκορύφωμά τους με το τραγικό τέλος της ομηρίας που κόστισε τη ζωή σε 170 άτομα.
Info: Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, σκηνικά-κοστούμια: Ομάδα Kunst – Άννα Πιάτου, μουσική: Παναγιώτης Ανδρέογλου, Μιχάλης Σιώνας, φωτισμοί: Χάρης Πάλλας, βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Κόντος.
Παίζουν: Νάντια Δαλκυριάδου, Άννα Σωτηρούδη, Μομώ Βλάχου.
Στο θέατρο Όρα (Αντωνίου Καμάρα 3), από 30 Νοεμβρίου.


Στα υπόγεια γίνονται θαύματα!

Άγρια μοναξιά του Μάρτιν ΜακΝτόνα, από την ομάδα Perros, σε σκηνοθεσία Σπύρου Αθηναίου.

Το έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα  Άγρια μοναξιά, επέλεξε για τη φετινή παρουσία της η θεατρική ομάδα Perros, συνεχίζοντας για δεύτερη χρονιά την ενασχόλησή της με έργο του ιρλανδοβρετανού δραματουργού. Κι αν το περσινό Ο συγγραφέας και ο αδελφός του συγγραφέα (βασισμένο στο έργο Pillowman του ΜακΝτόνα) στο υπόγειο θέατρο Vis Motrix, αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της θεατρικής Θεσσαλονίκης, κυρίως λόγω της καθαρής ματιάς με την οποία αποτυπώθηκε το σκοτεινό μοτίβο και η ατμόσφαιρα του κειμένου, η φετινή εξαιρετική επίδοση —σε ένα άλλο υπόγειο στο θέατρο Όρα— μόνο έκπληξη δεν πρέπει να  θεωρηθεί.
Ξεκινώντας από το κείμενο του ΜακΝτόνα και καταλήγοντας στην ολοκληρωμένη σκηνοθετική άποψη του Σπύρου Αθηναίου και στις ερμηνείες του κουαρτέτου των ηθοποιών, ο θεατής γίνεται κοινωνός μιας μοναδικής στιγμής, μιας σπάνιας θεατρικής εμπειρίας.
Ο ΜακΝτόνα γεννημένος στο Κάμπεργουελ του Λονδίνου από ιρλανδούς γονείς, έφυγε σε νεαρή ηλικία από το σπίτι του για να ζήσει στο Λονδίνο μαζί με τον αδελφό του. Στην Άγρια μοναξιά (πρωτότυπος τίτλος The Lonesome West), ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προβληματική συμβίωση δύο αδελφών, δύο ανδρών με έντονους χαρακτήρες, αναρίθμητες εκρήξεις και νευρωτικές συμπεριφορές. Οι δύο άνδρες ζουν στο ίδιο σπίτι, υπονομεύοντας ο ένας την παρουσία του άλλου, βρίζοντας και υποτιμώντας σε κάθε ευκαιρία ο ένας τον άλλο. Το έργο ξεκινά αμέσως μετά την κηδεία του πατέρα τους, τον οποίο σκότωσε ο ένας από τους δύο γιους του. Το συμβάν θεωρείται ατύχημα έπειτα από την κατάθεση του δεύτερου γιου, ο οποίος δέχεται να το αναγνωρίσει ως τέτοιο, αρκεί να περάσει σε αυτόν ολόκληρη η οικογενειακή περιουσία. Έχουμε, επομένως, ένα οικογενειακό περιβάλλον που είναι αποστειρωμένο από οποιοδήποτε συναίσθημα και παράλληλα ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, που είναι τοποθετημένο στο Λίνεϊν, στην ιρλανδική επαρχία, εκεί που οι άνθρωποι βιώνουν μοναξιά, πίνουν, μεθούν και αρκετοί εγκληματούν. Στο έργο αυτό του ΜακΝτόνα συναντάμε όλα τα δραματουργικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη γραφή του. Βία λεκτική, σωματική, ψυχολογική, δολοφονία ενός γονέα (όπως συμβαίνει και στο έργο του Η Βασίλισσα της ομορφιάς), άπειρο αλκοόλ, σκληρή γλώσσα με αρκετούς ιδιωματισμούς της ιρλανδικής επαρχίας, έντονες αναφορές στην πίστη, στο θρησκευτικό συναίσθημα και στον καθολικισμό, σκηνές σκληρής βίας ενδεδυμένες με βιτριολικό μαύρο χιούμορ, αλλά και όπλα, μαχαίρια και νεκρά ζώα. Όλα τα παραπάνω αλλά και ένα ακόμα: ο ιδιαίτερα ανάγλυφος τρόπος με τον οποίο εκθέτει σε κοινή θέα τους χαρακτήρες του ο συγγραφέας, του δίνουν μια περίοπτη θέση ανάμεσα στους δημιουργούς του in yer face theatre (θέατρο στα μούτρα), που άνθησε στη Βρετανία από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα. Το θέατρο του ΜακΝτόνα διαποτισμένο από τη βία (ενδοοικογενειακή ή με θρησκευτικά κίνητρα), διαφέρει από την ποιητική απεικόνιση της βίας που υπάρχει στο θέατρο της Σάρας Κέην ή στην βία που ξεδιπλώνεται στη σκηνή μέσω αφηγήσεων όπως συχνά κάνει ο Φίλιπ Ρίντλεϊ. Το συγκεκριμένο έργο του ΜάκΝτόνα διαθέτει αρκετές αρετές αν και —κατά τη γνώμη μου— δεν προσεγγίζει την εξαιρετική σκιαγράφηση του διπόλου μάνας-κόρης στη Βασίλισσα της ομορφιάς ή τη μαγεία που κουβαλά η παραμυθική αφήγηση στον Pillowman. Στην ερώτηση γιατί ένα κείμενο με χαρακτήρες της ιρλανδικής επαρχίας μπορεί να αφορά την ελληνική θεατρική πραγματικότητα, η απάντηση προκύπτει αβίαστα. Αφενός η γραφή του ΜακΝτόνα δεν περιορίζεται στην παρουσίαση χαρακτήρων και συμπεριφορών που κλείνονται μέσα σε γεωγραφικά όρια και εθνικές ταυτότητες, παρόλο που αναδεικνύει τα τρωτά της ιρλανδικής κοινωνίας και του τρόπου ζωής στη χώρα αυτή. Αφετέρου, μιλώντας γενικότερα για τα έργα του θεάτρου στα μούτρα, αξίζει να αναφερθεί πως έχουν γραφτεί την περίοδο της θατσερικής διακυβέρνησης (και μετά από αυτήν), όταν οι κοινωνικές αναταραχές, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις των εργατών, η κατάργηση κάθε είδους κοινωνικής πρόνοιας, η παραμέληση των ανύπαντρων μητέρων και η αύξηση των "αδέσποτων" παιδιών που μετατρέπονται σε θύματα και θύτες εγκληματικών πράξεων, ήταν καθημερινά φαινόμενα. Εικόνες που σε μεγάλο βαθμό αφορούν τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα και κάνουν ακόμη πιο έντονα το θέατρο καθρέπτη της κοινωνίας.
Ο Σπύρος Αθηναίου ξεπερνά το πρόβλημα της επί σκηνής απεικόνισης βίαιων συμπλοκών που ταλανίζει το σύγχρονο αστικό θέατρο, εκθέτοντας εντελώς αφτιασίδωτες και σχεδόν σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές, τις εμφύλιες συγκρούσεις των δύο αδελφών. Έχουμε να κάνουμε, επομένως, με ένα κυριολεκτικό θέατρο στα μούτρα, που αρπάζει το θεατή από το σβέρκο και τον ταρακουνά μέχρι να λάβει το μήνυμα. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης καθοδηγεί τους ηθοποιούς του με τέτοιον τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η δεύτερη σκέψη των χαρακτήρων, το κρυμμένο παρελθόν που κουβαλούν, οι ιδιαιτερότητες τους. Οι πράξεις τους έχουν ξεκάθαρη αρχή, κορύφωση και πτώση, δίνοντας την εντύπωση εκτέλεσης μιας χορογραφίας συμπεριφορών και συναισθημάτων. Το μαύρο χιούμορ που αφθονεί στο κείμενο αναδεικνύεται εξαιρετικά (σε αυτό βοηθάει ουσιαστικά η απόδοση-μετάφραση της Βασιλικής Τζάμου, που έχει έναν ρυθμό στα όρια του καταιγισμού), δημιουργώντας μια εναλλαγή γέλιου και σφιξίματος του στομαχιού που για 90 λεπτά κρατά τον θεατή σε διαρκή εγρήγορση.
Οι ηθοποιοί που επωμίζονται τους ρόλους των δύο αδελφών κρίνονται ως εξαιρετικές επιλογές εκ του αποτελέσματος. Ο Κίμων Κουρής έχει το ρόλο του εμμονικού με την ιδιοκτησία και τα υλικά αγαθά Βέρνον και ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος —που έχει μια συνεπή πορεία στο θέατρο με σημαντικές ερμηνείες στο πρόσφατο παρελθόν, στο επίσης πολύ παραγωγικό υπόγειο του θεάτρου Ακτίς Αελίου— τον ρόλο του ευέξαπτου αλλά και ειρωνικού Κόλμαν. Η σκηνική συνδιαλλαγή των δύο αυτών ηθοποιών είναι εντυπωσιακή, ένα fair play σπάνιο στο θέατρο. Ξεχωρίζει το "παιχνίδι της συγγνώμης", λίγο πριν το φινάλε, που αποκαλύπτει τις σκληρές πράξεις που έχει κάνει ο ένας εν αγνοία και εις βάρος του άλλου και που αναδεικνύει τη ζήλια και την εχθρότητα που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στην κίνηση των ηθοποιών και στην αποτύπωση της συμπεριφοράς των χαρακτήρων μέσα από τη στάση του σώματος. Δεν υπάρχουν χάρτινοι χαρακτήρες, αλλά ολοκληρωμένες περσόνες και αυτό είναι ένα από τα ατού της παράστασης. Ενδιαφέρουσες στιγμές είχαν και οι δύο ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους που κινούνται στο περιθώριο του μικρόκοσμου των δύο αδελφών. Η Βασιλική Τζάμου που υποδύεται ένα νεαρό κορίτσι δεν πέφτει στην παγίδα της δημιουργίας μιας έξαλλης έφηβης που θα μοιάζει με καρικατούρα. Είναι συγκρατημένη και μετρημένη και έχει μια έξοχη στιγμή όταν βιώνει την προδοσία με σχεδόν βουβό πόνο, με τρόπο που είναι πιο "δυνατός" από όσο αν κραύγαζε. Ο Σταύρος Ευκολίδης δημιούργησε ένα πορτραίτο ενός τυπικού ιερέα της καθολικής εκκλησίας, ο οποίος συντρίβεται μέσα σε ένα περιβάλλον σήψης και διαφθοράς.
Όλα αυτά μέσα στο νατουραλιστικής αισθητικής σκηνικό της Ηλένιας Δουλαδίρη με την πληθώρα των σκηνικών αντικειμένων που απεικονίζει την κουζίνα του σπιτιού και "ντυμένα" με την ατμοσφαιρική μουσική που έγραψε ο Μπάμπης Παπαδόπουλος.
Μια ολοκληρωμένη πρόταση από μια ομάδα της πόλης που δίνει καλά δείγματα δουλειάς, και δημιουργεί προϋποθέσεις και ελπίδες για μια αντίστοιχη καλή συνέχεια στη χειμερινή σαιζόν που ανοίγεται μπροστά μας.

Κορνήλιος Ρουσάκης

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1970 στο Κάμπεργουελ, ένα προάστιο του Λονδίνου, από γονείς Ιρλανδούς. Η μητέρα του και ο πατέρας του αργότερα επέστρεψαν στο Γκάλγουεϊ της Ιρλανδίας αφήνοντας τον Μάρτιν και τον αδερφό του (σεναριογράφο σήμερα Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα) στο Λονδίνο. Ο Μάρτιν εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκάξι του, επειδή ένας καθηγητής "είχε το θράσος να αμφισβητήσει τα γραπτά του" και άρχισε να ζει από επιδόματα ανεργίας. Έγραψε είκοσι δύο ραδιοφωνικά έργα —που απορρίφθηκαν όλα— και αρκετά κινηματογραφικά σενάρια για να καταλήξει στη συγγραφή θεατρικών έργων, όπου και συνάντησε την επιτυχία.
Κατά τη διάρκεια επισκέψεών του στο Γκάλγουεϊ τα καλοκαίρια, ο ΜακΝτόνα ήρθε σε επαφή και εξοικειώθηκε με την αγγλική διάλεκτο που ομιλούνταν στη δυτική Ιρλανδία και της οποίας αργότερα θα έκανε χρήση στα θεατρικά του έργα. Ο συνδυασμός που προέκυψε από την τραχιά επαρχιακή διάλεκτο, τον πρωτόγονο συμβολισμό και το μαύρο χιούμορ γέννησε ένα εκρηκτικό μείγμα γραφής, που παραπέμπει στα έργα του Τζον Μιλινγκτον Σινγκ, του Χάρολντ Πίντερ, του Ντέιβιντ Μάμετ, καθώς και στη σύγχρονη βρετανική τηλεοπτική κωμωδία.
Το 1996 του απονεμήθηκε το βραβείο του Θεατρικού Κύκλου Κριτικών του Λονδίνου για τον "πλέον υποσχόμενο θεατρικό συγγραφέα" (Critics' Theatre Awards - Most Promising Playwright) για το πρώτο του θεατρικό έργο Η βασίλισσα της ομορφιάς. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στο Δημοτικό Θέατρο του Γκάλγουεϊ και ένα μήνα αργότερα στο Royal Court Theatre του Λονδίνου στο πλαίσιο παρουσίασης πρωτοεμφανιζόμενων ταλαντούχων συγγραφέων.
Το 1998 έγινε ο πρώτος συγγραφέας μετά τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ που είδε τέσσερα από τα έργα του να παρουσιάζονται σε θεατρικές σκηνές του Λονδίνου σε μία και μοναδική χρονιά!
Το σύνολο των θεατρικών του έργων ως τώρα περιλαμβάνει δύο τριλογίες, την Τριλογία του Λίνεϊν (Leenane Trilogy) και την Τριλογία του Αράν (The Aran Islands Trilogy) καθώς και τη μακάβρια φαντασίωση Ο Πουπουλένιος (The Pillowman) και δύο βραβευμένα ραδιοφωνικά θεατρικά, ανάμεσα στα οποία το έργο The Tale of The Wolf and the Woodcutter. Τον Μάρτιο του 2006 κέρδισε το βραβείο Όσκαρ καλύτερης ταινίας μικρού μήκους για το Six Shooter, το οποίο έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος. Τον Ιανουάριο του 2008 έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ κινηματογράφου Σάντανς η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο Αποστολή στην Μπριζ (In Bruges).
Ορισμένοι κριτικοί, ιδίως μέσα στην Ιρλανδία, αντιμετωπίζουν τη δουλειά του ΜακΝτόνα με καχυποψία. Η αγγλική καταγωγή του και η λονδρέζικη παιδική του ηλικία έχουν κάνει κάποιους να αμφισβητήσουν τα διαπιστευτήριά του, την αξιοπιστία του και τη γνησιότητα της σχέσης του με την ιρλανδική κουλτούρα. Πολλοί ιρλανδοί ακαδημαϊκοί πιστεύουν ότι το έργο του είναι ουσιαστικά μια γελοιοποίηση του ιρλανδικού στοιχείου. Σε μια κριτική της η Ελίζαμπεθ Ο' Νιλ σχολιάζει: "Ένας σύγχρονος Σινγκ ή ένας Άγγλος Τσάνσερ;". Τα θεατρικά έργα του ΜακΝτόνα έχουν διχάσει από τη στιγμή που Η βασίλισσα της ομορφιάς κατέπληξε την παγκόσμια σκηνή το 1996. Το κοινό έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα: σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο ΜακΝτόνα κατάφερε να καταγράψει το μαύρο χιούμορ και τη νοοτροπία της μεταμοντέρνας αγροτικής Ιρλανδίας, και σε αυτούς που θεωρούν ότι χλευάζει την Ιρλανδία και τους ιρλανδούς, χρησιμοποιώντας στη σάτιρά του τη στερεοτυπική απεικόνιση του "ανόητου" ιρλανδού.

Τριλογία του Λίνεϊν.
Η βασίλισσα της ομορφιάς (The Beauty Queen of Leenane, 1996). Η δυσλειτουργική σχέση μιας γυναίκας με την αυταρχική μητέρα της εντείνεται όταν για την πρώτη παρουσιάζεται η τελευταία ευκαιρία να αγαπήσει, γεγονός που για τη δεύτερη προοιωνίζει ένα μάλλον φριχτό τέλος. Υποψήφιο για βραβείο Τόνι καλύτερου έργου το 1998.
Το κρανίο της Κονεμάρα (A Skull in Connemara, 1997). Η δουλειά ενός άνδρα από την Κονεμάρα είναι να θρυμματίζει ανθρώπινους σκελετούς που βρίσκονται σε παλιούς τάφους. Τελευταίος πελάτης του: η γυναίκα που σκότωσε πριν από πολλά χρόνια δήθεν τυχαία.
Εδώ άγρια Δύση (Lonesome West, 1997). Μια προσαρμοσμένη στα ιρλανδικά πρότυπα εκδοχή του έργου True West του Σαμ Σέπαρντ, στο οποίο δύο αδέρφια φιλονικούν σαν αποτέλεσμα του τάχα τυχαίου θανατηφόρου πυροβολισμού του πατέρα τους. Υποψήφιο για βραβείο Τόνι καλύτερο έργου το 1999.
Πηγή: Μάρτιν ΜακΝτόνα, Η βασίλισσα της ομορφιάς, πρόγραμμα παράστασης, θέατρο Βικτώρια, Αθήνα 2008, σ. 19-21.

Τώρα στη θεατρική σκηνή
Άγρια μοναξιά, σε σκηνοθεσία Σπύρου Αθηναίου. (βασισμένο στο έργο Lonesome West του Μάρτιν ΜακΝτόνα).
Μια ιδέα βασισμένη στο ζοφερό τοπίο που μας μεταφέρει το κείμενο του ΜακΝτόνα ξαναεπεξεργασμένη, προσαρμοσμένη και διασκευασμένη ετσι ώστε να αρπάζει τον θεατή απο το σβέρκο και να του προσφέρει δονήσεις μέχρι να λάβει το μήνυμα. Μια μετάφραση πάνω σε ένα αγγλικό κείμενο που μας δείχνει με ένα χιουμοριστικό τρόπο τη στιγνή πραγματικότητα και μας πλημμυρίζει με συναισθηματική ειλικρίνεια. Το κείμενο χαρακτηρίζεται από τους έντονους διαλόγους, την αμεσότητα και τη ζωντάνια του αγγλικού θεάτρου των τελευταίων χρόνων. Ωστόσο, κάτω από την αδρή επιφάνεια του κωμικού, αποκαλύπτονται οι τραγικές πτυχές του σύγχρονου κόσμου.
Δύο Ιρλανδοί αδελφοί, ο Κ και ο Β, ζουν μαζί στο πατρικό τους σπίτι. Μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του πατέρα τους από τον μεγάλο αδελφό (Κ), έχουν μοναδικό σκοπό να πληγώνει ο ένας τον άλλο. Οι προσπάθειες του ιερέα Γ και της μικρής Γκ, να συμφιλιώσουν τα δύο αδέλφια δεν καρποφορούν. Έτσι οι δύο οδηγούνται σε ένα μονόδρομο πρωτοφανούς αντιπαλότητας.
Info: Μετάφραση: Βασιλική Τζάμου, διασκευή–προσαρμογή Σπύρος Αθηναίου, βοηθός σκηνοθέτη Γιώργος Λιάσιος, μουσική Μπάμπης Παπαδόπουλος, Σκηνογραφία-ενδυματολογία Ηλένια Δουλαδίρη, βοηθός Σκηνογράφου Κώστας Πασχαλίδης, σχεδιασμός φωτισμού Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Stage Fighting Bαγγέλης Μανιτάκης.
Παίζουν: Γρηγόρης Παπαδόπουλος, Σταύρος Ευκολίδης, Κίμων Κουρής, Βασιλική Τζάμου.
Μια παραγωγή της ομάδας Perros.
Στο θέατρο Όρα, Θεσσαλονίκη. Από 20 Σεπτεμβρίου μέχρι 14 Οκτωβρίου.
Ο Τζόναθαν Σουίφτ (1667–1745) ήταν αγγλοϊρλανδός σατιρικός δοκιμιογράφος, πολιτικός αρθρογράφος, μυθιστοριογράφος και ποιητής. Διετέλεσε κληρικός της αγγλικανικής μητρόπολης του Αγίου Πατρικίου στο Δουβλίνο. Περίφημος έμεινε ο μυστηριώδης δεσμός του με την Στέλλα (Έστερ Τζόνσον) και περιφημότερα Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ, μια φανταστική περιήγηση σε χώρες γιγάντων και νάνων, που περιείχε ανελέητη κριτική της σύγχρονής του κοινωνίας.
Η σκωπτική πένα του δημοσιογράφου και ποιητή έκανε γνωστό τον Σουίφτ στη χώρα του. Ένας άνθρωπος που με το ταλέντο του κατάφερε να ξεχωρίσει και να αποκτήσει την αγάπη του απλού κόσμου και τον σεβασμό της αριστοκρατίας. Κι όλα αυτά, παραμένοντας τίμιος και ανεξάρτητος. Η καυστική του σάτιρα ενόχλησε πολύ την κοινωνία της Αγγλίας και ο Σουίφτ ήταν αναγκασμένος να φύγει στην πατρίδα του, στην Ιρλανδία που ήταν αποικία των Άγγλων.
Εκεί πολλαπλασίασε την δράση του ως σατιρικός συγγραφέας και έγινε δημοφιλής. Είναι αξιοσημείωτο: ο πρωθυπουργός την Αγγλίας διέταξε να τον συλλάβουν, αλλά η κυβέρνηση της Ιρλανδίας αρνήθηκε να το κάνει, με τη δικαιολογία ότι για την πραγματοποίηση αυτής της διαταγής χρειάζεται μια στρατιά των δέκα χιλιάδων φαντάρων.
Στο έργο του Μια σεμνή πρόταση κατέθετε τη δική του άποψη με τον διευκρινιστικό υπότιτλο "ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών να αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα για την κοινωνία". Στο κείμενο που σατίριζε την τότε πολιτική ζωή της Ιρλανδίας αλλά και εν γένει την κοινωνική αναλγησία για τους ασθενέστερους, ο συγγραφέας πρότεινε στους φτωχούς να πουλούν τα παιδιά τους σαν τροφή για τους πλούσιους.

Στοχασμοί του Τζόναθαν Σουίφτ
  • Δεν ευθύνομαι μπροστά στον Θεό για τις αμφιβολίες που γεννήθηκαν στην ψυχή μου, γιατί αυτές οι αμφιβολίες είναι η συνέπεια εκείνης της νόησης που ο Ίδιος μου έδωσε.
  • Ο λόγος που ελάχιστοι γάμοι είναι ευτυχισμένοι οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες περνούν τον καιρό τους πλέκοντας δίχτυα κι όχι φτιάχνοντας κλουβιά
  •  Έχουμε αρκετή θρησκεία για να μας κάνει να μισούμε, αλλά όχι αρκετή για να μας κάνει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον.
  • Φαίνεται πως η θρησκεία με την ηλικία ξαναμωραίνεται και τώρα όπως και στην παιδική ηλικία χρειάζεται να την τρέφουμε με θαύματα.
  • Η πιο ελκυστική διασκέδαση των ανδρών, των παιδιών και υπόλοιπων άγριων ζώων είναι ο καυγάς….
  • Παράξενο αλλά και ολοφάνερο είναι πως οι ποιητές παίρνουν όλη τη δόξα και όχι οι ήρωες τον έργων τους. Θαυμάζουμε περισσότερο τον Όμηρο και Βιργίλιο και όχι τον Αχιλλέα και Έννιο. Με τους ιστορικούς γίνεται το αντίθετο: μας συγκινούν και συναρπάζουν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, αλλά οι συγγραφείς μένουν στη σκιά.
  • Κόμμα: η τρέλα πολλών για το κέρδος ολίγων.
  • Εάν στους ουρανούς εκτιμούσαν τα πλούτη ως αξία, δε θα τα έδιναν στους παλιάνθρωπους.
  • Όταν πάνω στη γη εμφανίζεται μια μεγαλοφυΐα, αναγνωρίζεται από το ποσοστό των ξεροκέφαλων που ενώνονται για να την πολεμήσουν.
  • Οι σοφοί άνθρωποι κρύβουν την εξυπνάδα τους πολύ πιο επιμελώς παρά την ανοησία τους.
  • Η σάτιρα είναι ένας καθρέφτης που ο καθένας βλέπει οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός από το δικό του.
  • Η συκοφαντία συνήθως χτυπάει τους άξιους ανθρώπους, όπως τα σκουλήκια ρίχνονται επάνω στα καλύτερα φρούτα.
  • Εκείνος που ποτέ, σε τίποτα δε βασίζεται, ποτέ δε θα είναι απογοητευμένος.Ο καθένας που μπορεί να φυτρώσει δυο στάχυα εκεί που φύτρωνε μόνο ένα προσέφερε μεγαλύτερη υπηρεσία στην ανθρωπότητα και έχει μεγαλύτερη αξία για τη χώρα του παρά ολόκληρη φάρα των πολιτικών.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Το Συσσίτιο, μια θρεπτική παράσταση για καιρούς πείνας, (βασισμένη σε κείμενα των: Σουίφτ, Ροντρίγκο Γκαρσία, Δαμιανού Κωνσταντινίδη αλλά και κείμενα των: Μποστ, Μπρεχτ, Σωτήρη Παστάκα, Γιάννη Τσαρούχη, Στανισλάβ Στρατίεβ, Μάνου Χατζηδάκι, Κ. Ε. Κρικελίκου–Μ. Ι. Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.
Πώς μπορούμε να μιλήσουμε στο θέατρο γι' αυτό που μας συμβαίνει;
Μπορούμε άραγε να γελάσουμε με τα δεινά μας;
Μπορούμε να βρούμε θετικές πλευρές στην κρίση; ή να δούμε κάποιο φως στο τούνελ;
Γύρω από αυτά τα ερωτήματα, και άλλα που σίγουρα θα προκύψουν δουλεύοντας, θα οργανώσουμε την παράστασή μας. Θα χρησιμοποιήσουμε κείμενα γνωστών Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, καθώς και δικά μας, που θα γραφούν στην διάρκεια των δοκιμών. Θέατρο επινόησης αλλά και ένα είδος επιθεώρησης, ένα ιδιότυπο καμπαρέ, ένα café chantant.
Σκηνικά, κοστούμια, φώτα Απόστολος Αποστολίδης, Μουσική Κωστής Βοζίκης, Χορογραφίες Αμαλία Στρινοπούλου, Βοηθός σκηνοθέτη Κόμνω Ευαγγελία Κρικελίκου.
Παίζουν: Κωστής Βοζίκης, Χριστίνα Γεωργίου, Πένυ Γραικού, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Γιάννης Δρακόπουλος, Μάριος Ζαρδαβάς, Αφροδίτη Ιωαννίδου, Κωνσταντίνα Καστέλλου, Κόμνω Ευαγγελία Κρικελίκου, Κώστας Μελίδης, Μαίρη Μωραϊτοπούλου, Μαρία Ιωάννα Παπαθανασίου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Στέφανος Πίττας, Άγγελος Ρούσσος, Σταμάτης Στάμογλου, Πολύκαρπος Φιλιππίδης.
23,24 Ιουλίου, Θέατρο Κήπου Θεσσαλονίκης. Μια παραγωγή της ομάδας Angelus novus.
Στο έργο του Πήτερ Σάφερ, The White Liars, η δράση τοποθετείται σε ένα μικρό διαμέρισμα μιας επαρχιακής πόλης, στις ακτές της Αγγλίας. Η μάντισσα ή/και βαρόνη της Αγίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, Sophie Lemberg, δεν έχει κανέναν πελάτη για έξι μέρες και ζει σε ένα καθεστώς απομόνωσης, με μοναδική συντροφιά μια φωτογραφία του πατέρα της. Την επισκέπτεται ο Τομ, ο τραγουδιστής της μπάντας The White Liars, και ο μάνατζερ του Φρανκ. Και οι δυο είναι πρόθυμοι, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, να μάθουν το μέλλον τους.

Τώρα στη Θεσσαλονίκη
Το έργο του Σάφερ ανεβαίνει σε πανελλήνια πρώτη —με τίτλο στα ελληνικά Αθώοι ψεύτες— σε διασκευή και σκηνοθεσία Έφης Δρόσου.
Η ηθική θεωρεί το ψέμα αφύσικο, γιατί παραμορφώνοντας την αλήθεια παρεμποδίζει την αναζήτησή της. Στη ζωή όμως της Σόφυ, του Φρανκ και του Τομ που έχουν υφάνει το παρελθόν τους πάνω σε ένα ψέμα ο καθένας, αυτό ακριβώς τους δημιουργεί προσδοκίες, τους απαλλάσσει από την αλήθεια της καταγωγής που δε θέλουν να ζούν, ώσπου στο τέλος αυτός ο ιστός του ψέματος που μέχρι τώρα τους προστάτευε διαλύεται. Και οι τρεις αυτοί ψεύτες είναι αθώοι. Είναι όμως; 
Αθώοι με την έννοια της αποενοχοποίησης, αθώοι με την έννοια της ηθικής ή με τη δικαιολογία αυτών που δεν είναι επικίνδυνοι, που δεν βλάπτουν κανέναν; 
Μέσα σ'ένα κοινωνικό περιβάλλον που η αλήθεια του δεν βοηθάει, μπορεί κάποιος να κατακριθεί γιατί μέσα από το ψέμα του συνειδητά δημιουργεί μια διαφυγή προκειμένου να ικανοποιήσει το ανικανοποίητο από τη δική του πραγματικότητα και επιλέγει να ζήσει μέσα σ'αυτή; Μήπως ένα ψέμα τελικά μπορεί να είναι πιο αθώο απ'ότι μια αλήθεια και το οξύμωρο του τίτλου αίρεται μέσα απ'αυτήν τη σκοπιά; Κι έπειτα πόσο πιο εύκολα είμαστε πρόθυμοι να αναζητήσουμε την αλήθεια των άλλων επισημαίνοντας το ψέμα τους, ενώ το δικό μας ψέμα το προστατεύουμε γιατί μας είναι δικαιολογημένο, αθώο και άρα απενοχοποιημένο;


info: Αθώοι ψεύτες του Πήτερ Σάφερ, σε διασκευή-σκηνοθεσία Έφης Δρόσου. Σκηνικά Πέτρος Φραγκόπουλος, φωτισμοί Κατερίνα Λιόλιου, μουσική επιμέλεια Βαλεντίνα Κόπτη.
Παίζουν: Μαίρη Μωραϊτοπούλου, Μιχάλης Συριόπουλος, Πέτρος Φραγκόπουλος.
Θέατρο Όρα. Αντωνίου Καμάρα 3 (περιοχή Χ.Α.Ν.Θ.). Από 18 Μαΐου.
Το σοκ ως πηγή έμπνευσης και αλήθειας

Είστε όλοι σας καθάρματα του Rodrigo Garcia σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη στο θέατρο Όρα (Θεσσαλονίκη)

"Ο αέρας είναι γεμάτος εικόνες". Η φράση του Δημόκριτου που ακούγεται στο έργο του Rodrigo Garcia, Είστε όλοι σας καθάρματα, βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης και ανέβηκε στο "τρομερά" δημιουργικό υπόγειο της οδού Αντωνίου Καμάρα, που από την τρέχουσα θεατρική περίοδο "πέρασε στα χέρια" της ομάδας Angelus Novus. Ο Κωνσταντινίδης έφερε στη σκηνή τον προκλητικό, σκληρό αλλά βαθιά αληθινό, ποιητικό και πολιτικό λόγο του Garcia, σχηματοποιημένο με εικόνες αισθητικής τελειότητας που συγκινούν με την καθαρότητα τους.
Το κείμενο του Garcia που αποτελείται από μονολόγους αντλημένους από σελίδες ημερολογίων, σκέψεις για τη ζωή και την στάση των ανθρώπων απέναντι σε θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα, όπως τη δύναμη της επιθυμίας και την ορμή της σεξουαλικότητας, λειτουργεί σαν μια γροθιά απέναντι στην ασφάλεια του απόμακρου, αποστασιοποιημένου θεατή, αλλά και του "επαναπαυμένου" ασφαλή ανθρώπου. Από το κείμενο απουσιάζει η γραμμική, συμβατική ανάπτυξη της πλοκής ενώ είναι έντονα τα χωροχρονικά άλματα, γεγονός που δημιουργεί μια σύγχυση στην απορρόφηση όλων των πληροφοριών, ευτυχώς όχι ικανή να στερήσει κάτι από την σπουδαιότητα του συγκεκριμένου σκηνικού εγχειρήματος. Στο έργο υπάρχουν σαφείς παραπομπές στον τρόπο ζωής του ίδιου του συγγραφέα με αναφορές σε φτωχογειτονιές και παραγκουπόλεις. Ο Garcia πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε φτωχικές συνοικίες του Μπουένος Άιρες, ενώ πριν ασχοληθεί με το θέατρο και εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, όπου δημιούργησε το θέατρο La Carniceria (θέατρο Κρεοπωλείο), δούλεψε ως μανάβης και κρεοπώλης. Ο σκηνικός χώρος είναι ένα κρεοπωλείο ή σφαγείο —μια πολύ καλή, ολοκληρωμένη σκηνογραφική πρόταση από τον Απόστολο Αποστολίδη— που σταδιακά "μεταμορφώνεται" σε ένα θυσιαστήριο, έναν χώρο τεμαχισμού του ανθρώπινου σώματος το οποίο θυσιάζεται στο βωμό της εμπορευματοποίησης αισθημάτων και αξιών.
Οι εικόνες της παράστασης έχουν ευθύ συσχετισμό με την έντονη θρησκευτικότητα που κουβαλάει το κείμενο και συσχετίζεται με το δίπολο επιθυμία-αμαρτία που οδηγεί σε μια εξιλέωση. Ο μοναδικός γυναικείος χαρακτήρας του έργου ως άλλη Μαρία Μαγδαληνή πλένει και σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια ενός ημίγυμνου "Ιησού", χρησιμοποιώντας ένα κόκκινο υγρό που χύνεται αδιάκοπα στο χώρο, παραπέμποντας στο αίμα του κρεοπωλείου των ανθρώπινων σωμάτων και ψυχών, αλλά και στον οίνο της θείας μετάληψης, "εις άφεσιν αμαρτιών". Λίγο νωρίτερα το κόκκινο υγρό στάζει από τα πλαστικά μπουκάλια που έχουν κάτω από τα μανίκια τους οι ηθοποιοί, σαν να βγαίνει από τις κομμένες φλέβες τους, τις ματωμένες ψυχές τους.
Το έργο είναι ουσιαστικά μια λεκτική καταιγίδα που έχει σαν στόχο να πλήξει την όποια ασφάλεια νιώθει ο επαναπαυμένος, περιχαρακωμένος στα κεκτημένα του θεατής. Το συχνά μετωπικό παίξιμο των ηθοποιών, η άμεση απεύθυνση στον θεατή —που λειτουργεί ως μια κατά μέτωπον επίθεση—  κάτω από το φως που λούζει εξίσου σκηνή και πλατεία, κάνει τα βλέμματα ηθοποιών και θεατών να διασταυρώνονται, επιτείνοντας ένα αίσθημα συνενοχής, αλλά και καθαρής ενοχής που είναι έντονο στο κείμενο. Τα όρια ανάμεσα στη σκηνή και στην πλατεία έχουν εύστοχα καταπατηθεί. Οι ηθοποιοί φτάνουν στους θεατές μοιράζοντας φιλιά και —λεκτικά— χαστούκια εισάγοντας τους στο πλαίσιο κρίσης των πεπραγμένων που είναι έντονο στη γραφή του Garcia. Αρκεί να αναλογιστούμε την παρουσία του χαστουκιού ως μέσο για την ανάπτυξη της θρησκευτικής επιταγής "να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο όταν φας ένα χαστούκι" αλλά και την λειτουργία του φιλιού ως μέσο έκφρασης συναισθημάτων τρυφερότητας, αποδοχής, αλλά και προδοσίας.
Οι τέσσερις νέοι, σκηνικά πρωτόπειροι ηθοποιοί (Κολτσιδοπούλου, Παπαϊωάννου, Ράμμος, Φουρλής) πετυχαίνουν —χωρίς ελάχιστο ίχνος υπερβολής— υποκριτικό άθλο. Εμφανίζονται επί σκηνής εξαντλητικά δουλεμένοι τόσο υποκριτικά, όσο και σωματικά, κινησιολογικά (επιμέλεια κίνησης Έφη Δρόσου). Ισορροπούν επιτυχώς ανάμεσα σε μια εξαιρετικά οργανωμένη σκηνοθετική "χορογραφία" και στο αυθόρμητο συναίσθημα —σκληρό, παλλόμενο, λυτρωτικό και ζωογόνο— που εκλύεται διαρκώς από ένα τόσο δυνατό κείμενο όπως αυτό του Garcia.
Απομονώνοντας λίγες φράσεις και μια εικόνα για το κλείσιμο αυτού του κειμένου: "Στις μεζονέτες γίνονται πιο αποτρόπαιες πράξεις από ότι στις παραγκουπόλεις, επειδή εκεί απλά υπάρχει ο προϋπολογισμός". Η φράση αυτή ακούγεται στον χειμαρρώδη μονόλογο που ερμηνεύει ο Φουρλής, εκφράζοντας μια κραυγή απόγνωσης στην άνευ όρων παράδοση της ανθρώπινης ψυχής στην εμπορευματοποίηση που προκαλούν τα Μ.Μ.Ε., οι πολυεθνικές, οι ταξικές διαφορές, ο πλούτος, ο στραγγαλισμός της επιθυμίας. Καθώς ο ήρωας αναρωτιέται που πάει η ψυχή, μια ανθρώπινη φιγούρα ανεβαίνει τη σκάλα του θεάτρου σε μια πορεία προς το ανώτερο, προς το φως, προς την αληθινή ζωή. Αυτή τη σκάλα ανεβαίνουμε λίγα λεπτά αργότερα και εμείς, οι θεατές, έχοντας παρακολουθήσει, μια καλοδουλεμένη παράσταση-πρόταση που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο μια διαφορετική, προκλητική, ρηξικέλευθη θεατρική δημιουργία στη Θεσσαλονίκη του 2012.

Κορνήλιος Ρουσάκης
           Ο Rodrigo Garcia (1964) είναι συγγραφέας, σκηνογράφος και σκηνοθέτης. Με καταγωγή από την Αργεντινή, ζει και εργάζεται στη Μαδρίτη από το 1986, όπου ίδρυσε το δικό του θέατρο, το La Carniceria Teatro (θέατρο κρεοπωλείο). Δημιουργεί με έναν πολύ πειραματικό και προσωπικό τρόπο, αναζητώντας μια προσωπική γλώσσα, μακριά από τις "παραδοσιακές" μορφές θεάτρου. Υπάρχουν επιρροές από τον Μπέκετ, τον Πίντερ και αργότερα από τον Μύλλερ, τον Μπέρχαρντ, τον Χάντκε. Τα έργα του έχουν παρουσιαστεί αρκετές φορές και έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Έχει λάβει θεατρικά βραβεία για τα έργα: Macbeth Imagenes (1987), Reloj (1988), Notes de Cocina (1994) και El Padre (1994).
          O Garcia πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Yparraguirre, στις φτωχογειτονιές των προαστίων του Μπουένος Άϊρες. Δούλεψε ως μανάβης, κρεοπώλης, ταχυδρόμος και αρθρογράφος, δουλειές τις οποίες εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στο θέατρο.
          Έγραψε έργα που "εκρήγνυνται σαν βόμβες" και φέρνουν κοντά στοιχεία του παρελθόντος και του σύγχρονου πολιτισμού. Με την ομάδα του έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή θεατρική γλώσσα, με την οποία τα κινούμενα σώματα χαρτογραφούν τις νέες τελετουργίες της καθημερινής ζωής. Ο ίδιος αρνείται να περιορίσει τον εαυτό του σε ένα θέατρο που έχει γραφτεί μόνο για ειδικούς και κινείται σύμφωνα με κανόνες και συγκεκριμένο δόγμα. Πηγή έμπνευσης οι δρόμοι της συνοικίας του Μπουένος Άϊρες. Ονειρεύεται ένα θέατρο στο οποίο "ο καθένας μπορεί να ωθήσει και να ανοίξει την πόρτα, χωρίς να διστάσει να κάνει το πρώτο βήμα". Η γραφή του, με έντονο το ποιητικό στοιχείο, αποτελεί μια προέκταση της πραγματικότητας που τον εμπνέει έντονα.



Το έργο του Είστε όλοι σας καθάρματα παρουσιάζεται (σε πανελλήνια πρώτη) στο θέατρο Όρα (Τσιμισκή και Αντωνίου Καμάρα 3, Θεσσαλονίκη), σε μετάφραση και σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη, σκηνικά-κοστούμια-φωτισμούς Απόστολου Αποστολίδη, κίνηση Έφης Δρόσου και βοηθό σκηνοθέτη τη Μαρία Γρίβα. Παίζουν: Δέσποινα Κολτσιδοπούλου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Νίκος Ράμμος, Δημήτρης Φουρλής.