Πριν από 6 ημέρες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα για το τελευταίο τρίμηνο του έτους (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014) ανακοίνωσε η διοίκηση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Η θητεία του καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου Τάκη Τζαμαργιά πήρε μια "σύντομη παράταση" (έχει ληξει ήδη από τον Αύγουστο) προκειμένου να ολοκληρωθεί ο προγραμματισμός της χρονιάς 2014-2015.
Ιστορίες θεατρικής φλυαρίας
Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, στο Βασιλικό Θέατρο.
Υπάρχουν άμεσες αναφορές στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Τα επεισόδια δίνουν τη θέση τους σε χορικά με δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα πρόσωπα των ηθοποιών έντονα βαμμένα, γκροτέσκα, σχεδόν τρομακτικά παραπέμπουν στις μάσκες του αρχαίου δράματος, το σκηνικό με τους λιτούς, μεγάλους τοίχους και η εκφορά του λόγου, δίνουν μια καθαρή, σκηνοθετική ταυτότητα. Η πρόθεση, όμως, για μια ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση χάνεται εξαιτίας της φλυαρίας, της επίπεδης αντιμετώπισης χαρακτήρων και δράσης και του αδύναμου δεύτερου μέρους με τον διάλογο της λαϊκής τραγουδίστριας και του τραβεστί που αναβιώνει επί σκηνής στιγμές κακής επιθεώρησης, κερδίζοντας εύκολα τα αμήχανα χαχανητά των θεατών. Οι χαρακτήρες, όπως παρουσιάζονται επί σκηνής, είναι χάρτινοι. Μεταφέρουν ένα συναίσθημα, δεν το ζουν. Δημιουργείται αδικαιολόγητα ένας φραγμός επικοινωνίας ανάμεσα σε σκηνή και πλατεία, ενώ το κείμενο προσφέρεται για το ακριβώς αντίθετο. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα είναι μια φλύαρη αφήγηση, αποστειρωμένη από κάθε συναίσθημα.
Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, στο Βασιλικό Θέατρο.
Στο βραβευμένο μυθιστόρημά του ο Κοροβίνης αποτυπώνει με
έναν λεπτομερή, γοητευτικό και έξοχα περιγραφικό τρόπο τη ζωή στην πόλη της
Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια των οδυνηρών μετακατοχικών και μετεμφυλιακών
χρόνων. Αναδεικνύεται η Θεσσαλονίκη της ανέχειας, των φτωχών και των αστών, των
παρακρατικών, του ζόφου, των κλειστών στομάτων, η νυχτερινή σκοτεινή, υγρή και
μυστήρια Θεσσαλονίκη. Με λόγο πυκνό και ένα υλικό χαοτικό (σε ένα μυθιστόρημα
μόλις 200 περίπου σελίδων), που κατανέμεται σε 9 αφηγητές-φιγούρες της εποχής,
ξετυλίγεται ο βίος και η πολιτεία του Αριστείδη Παγκρατίδη που καταδικάστηκε ως
ο «δράκος του Σέιχ Σου».
Ο Μαστοράκης, στο δύσκολο κομμάτι της θεατρικής διασκευής
του μυθιστορήματος, επίλεξε κυρίως να διατηρήσει την μονολογική, αφηγηματική
φόρμα του κειμένου και να τη διανθίσει σε αρκετά σημεία με διάλογο. Το
δραματουργικό και σκηνοθετικό ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην ηθογραφική
απεικόνιση της εποχής, ενώ η προσωπική ιστορία του Παγκρατίδη περιθωριοποιήθηκε
και πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Στην τρίωρης διάρκειας παράσταση επιχειρείται μια
προσπάθεια να φωτιστούν και να δικαιολογηθούν οι κοινωνικές συνθήκες που
οδήγησαν ένα νεαρό παιδί στην εκτροπή, στον έκλυτο βίο.
Υπάρχουν άμεσες αναφορές στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Τα επεισόδια δίνουν τη θέση τους σε χορικά με δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα πρόσωπα των ηθοποιών έντονα βαμμένα, γκροτέσκα, σχεδόν τρομακτικά παραπέμπουν στις μάσκες του αρχαίου δράματος, το σκηνικό με τους λιτούς, μεγάλους τοίχους και η εκφορά του λόγου, δίνουν μια καθαρή, σκηνοθετική ταυτότητα. Η πρόθεση, όμως, για μια ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση χάνεται εξαιτίας της φλυαρίας, της επίπεδης αντιμετώπισης χαρακτήρων και δράσης και του αδύναμου δεύτερου μέρους με τον διάλογο της λαϊκής τραγουδίστριας και του τραβεστί που αναβιώνει επί σκηνής στιγμές κακής επιθεώρησης, κερδίζοντας εύκολα τα αμήχανα χαχανητά των θεατών. Οι χαρακτήρες, όπως παρουσιάζονται επί σκηνής, είναι χάρτινοι. Μεταφέρουν ένα συναίσθημα, δεν το ζουν. Δημιουργείται αδικαιολόγητα ένας φραγμός επικοινωνίας ανάμεσα σε σκηνή και πλατεία, ενώ το κείμενο προσφέρεται για το ακριβώς αντίθετο. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα είναι μια φλύαρη αφήγηση, αποστειρωμένη από κάθε συναίσθημα.
Στον θίασο υπάρχουν —ευτυχώς— έμπειροι ηθοποιοί από το
δυναμικό του Κρατικού Θεάτρου, πραγματικοί καρατερίστες (Σπυρόπουλος, Ίτσιος,
Ευταξόπουλος, Κορτσαρίδου, Παντελίδου, Γιαμαλή, Μπαξεβάνη, Σεϊμένης, Κολοβός).
Ξεχωρίζει ο Γιάννης Σαμσιάρης, ως τραβεστί Λολό. Ξεπερνά επιδέξια τον κίνδυνο
δημιουργίας μιας καρικατούρας και είναι απολαυστικός ακόμη και στις όποιες
υπερβολές της ερμηνείας του. Ο καταληκτικός μονόλογός του, μέσα από τον οποίο
«ξεπηδά» η φωνή και η ψυχή του Παγκρατίδη είναι η πιο δυνατή στιγμή μιας
παράστασης που προσπαθώντας να φλερτάρει με το νεύρο και την ένταση, λιμνάζει
στα στάσιμα νερά της επιφανειακής πόζας και της επαναληπτικότητας.
Κορνήλιος Ρουσάκης
Μια επιτυχημένη υποκριτική ακροβασία
Τζόρνταν των Άννα Ρέινολντς και Μόιρα Μπουφίνι, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, στο Βασιλικό Θέατρο.
Ο μονόλογος Τζόρνταν των Άννα Ρέινολντς και Μόιρα Μπουφίνι είναι η δραματουργική απεικόνιση ενός γεγονότος του αστυνομικού και δικαστικού ρεπορτάζ. Μια νεαρή, άγαμη μητέρα -πρώην πόρνη- σκοτώνει το μωρό της για να μην της το πάρει η πρόνοια και στη συνέχεια καταδικάζεται και εντέλει αθωώνεται από το δικαστήριο.
Το κείμενο σκιαγραφεί διεξοδικά, με στρωτή, γραμμική αφήγηση, την πορεία ζωής αυτής της γυναίκας. Η Σίρλεϊ Τζόουνς δεν κουβαλά τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά μιας δυνατής, αποφασισμένης, εκστασιασμένης παιδοκτόνου Μήδειας. Είναι μια γυναίκα όπως εκατομμύρια στον κόσμο που αφήνεται, υποκύπτει σε μια ολοκληρωτική θυματοποίηση, ανήμπορη να αντιδράσει, να ορθώσει ανάστημα. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον ενδοοικογενειακής βίας, αφήνεται να ακολουθήσει τα βήματα που η μοίρα της έχει καθορίσει για εκείνη.
Ο Νίκος Μαστοράκης άφησε το κείμενο να “αναπνεύσει”, να ξεδιπλωθεί σκηνικά μέσα από την φωνή και το σώμα της Μαρίνας Ασλάνογλου. Χωρίς εντυπωσιασμούς και σκηνοθετικά ευρήματα μέσα στον λιτό, ψυχρό και “αποστειρωμένο” σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε ο Μανώλης Παντελιδάκης (ένας προθάλαμος δικαστηρίου που παραπέμπει και σε χώρο ιδρύματος), ακούγεται η κραυγή μια γυναίκας απελπισμένης και προδωμένης.
Πέρα και πάνω από την όποια σπουδαιότητα και μεστότητα κουβαλά το θεατρικό κείμενο, ανάγεται η ολοκληρωμένη ερμηνεία της Ασλάνογλου. Πρόκειται για μια απέριτη, άρτια εκτελεσμένη τεχνικά και υποκριτικά, παρτιτούρα. Η ηθοποιός ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στον ρεαλισμό που κυριαρχεί στο κείμενο και σε έναν υπαινικτικό λυρισμό, αποφεύγοντας τις όποιες μελοδραματικές “παγίδες”. Κατορθώνει να “γεμίσει” την αχανή, γυμνή σκηνή του Βασιλικού θεάτρου, χωρίς ίχνος υποκριτικής υπερβολής. Ένα εξαιρετικό δείγμα ατόφιας αποτύπωσης του ανθρώπινου σπαραγμού, απαλλαγμένο από υπερβολικές κορώνες, με άρτια εκφορά του λόγου και κίνηση. Η ερμηνεία της Ασλάνογλου είναι ίσως ο πιο ισχυρός λόγος για να επίλεξει κάποιος αυτή την σκηνική πρόταση.
Ο μονόλογος Τζόρνταν των Άννα Ρέινολντς και Μόιρα Μπουφίνι είναι η δραματουργική απεικόνιση ενός γεγονότος του αστυνομικού και δικαστικού ρεπορτάζ. Μια νεαρή, άγαμη μητέρα -πρώην πόρνη- σκοτώνει το μωρό της για να μην της το πάρει η πρόνοια και στη συνέχεια καταδικάζεται και εντέλει αθωώνεται από το δικαστήριο.
Το κείμενο σκιαγραφεί διεξοδικά, με στρωτή, γραμμική αφήγηση, την πορεία ζωής αυτής της γυναίκας. Η Σίρλεϊ Τζόουνς δεν κουβαλά τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά μιας δυνατής, αποφασισμένης, εκστασιασμένης παιδοκτόνου Μήδειας. Είναι μια γυναίκα όπως εκατομμύρια στον κόσμο που αφήνεται, υποκύπτει σε μια ολοκληρωτική θυματοποίηση, ανήμπορη να αντιδράσει, να ορθώσει ανάστημα. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον ενδοοικογενειακής βίας, αφήνεται να ακολουθήσει τα βήματα που η μοίρα της έχει καθορίσει για εκείνη.
Ο Νίκος Μαστοράκης άφησε το κείμενο να “αναπνεύσει”, να ξεδιπλωθεί σκηνικά μέσα από την φωνή και το σώμα της Μαρίνας Ασλάνογλου. Χωρίς εντυπωσιασμούς και σκηνοθετικά ευρήματα μέσα στον λιτό, ψυχρό και “αποστειρωμένο” σκηνικό χώρο που επιμελήθηκε ο Μανώλης Παντελιδάκης (ένας προθάλαμος δικαστηρίου που παραπέμπει και σε χώρο ιδρύματος), ακούγεται η κραυγή μια γυναίκας απελπισμένης και προδωμένης.
Πέρα και πάνω από την όποια σπουδαιότητα και μεστότητα κουβαλά το θεατρικό κείμενο, ανάγεται η ολοκληρωμένη ερμηνεία της Ασλάνογλου. Πρόκειται για μια απέριτη, άρτια εκτελεσμένη τεχνικά και υποκριτικά, παρτιτούρα. Η ηθοποιός ακροβατεί επιδέξια ανάμεσα στον ρεαλισμό που κυριαρχεί στο κείμενο και σε έναν υπαινικτικό λυρισμό, αποφεύγοντας τις όποιες μελοδραματικές “παγίδες”. Κατορθώνει να “γεμίσει” την αχανή, γυμνή σκηνή του Βασιλικού θεάτρου, χωρίς ίχνος υποκριτικής υπερβολής. Ένα εξαιρετικό δείγμα ατόφιας αποτύπωσης του ανθρώπινου σπαραγμού, απαλλαγμένο από υπερβολικές κορώνες, με άρτια εκφορά του λόγου και κίνηση. Η ερμηνεία της Ασλάνογλου είναι ίσως ο πιο ισχυρός λόγος για να επίλεξει κάποιος αυτή την σκηνική πρόταση.
Κορνήλιος Ρουσάκης
Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2011, μέσα από την ιστορία του "Δράκου", μας μεταφέρει στις φτωχογειτονιές και τις αλάνες, στα άδυτα του λιμανιού, στα μικρομάγαζα και τα μπουζουξίδικα της παλιάς Θεσσαλονίκης, αναδεικνύοντας έναν κόσμο περιθωριακό, ταπεινωμένο και φοβισμένο και κατορθώνει με αριστοτεχνικό τρόπο να θίξει ευαίσθητες χορδές της ελληνικής κοινωνίας και να φέρει στο φως το ηθικό κατρακύλισμα μιας εποχής που αναζητούσε τρόπους για να ξεπλύνει τις δικές της πληγές, που ακόμη και σήμερα καλά κρατούν.
Eίναι ένα δυναμικό δραματικό μυθιστόρημα (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα) που αναφέρεται στην πολυτάραχη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη (1940-1968), ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε ως ο Δράκος του Σέιχ Σου. Μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές αφηγήσεις εννέα χαρακτηριστικών προσώπων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες ανάλογα με τα βιώματα, το χαρακτήρα και το ρόλο που διαδραματίζουν, η αφηγηματική δράση παρακολουθεί το σκηνικό που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Οι συγκλονιστικές, ωμές καταθέσεις των αφηγητών σκιαγραφούν την ψυχολογία των ανθρώπων και συσχετιζόμενες συνθέτουν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής ενώ παράλληλα ο μυθιστορηματικός χρόνος παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.
Εννέα πρόσωπα που συνδέονται με τον Παγκρατίδη, εξομολογούνται τη ζωή τους: ο συμμαθητής και φίλος του, η πλύστρα φίλη της μητέρας του, ο παρακρατικός γείτονας, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ο δοσίλογος περιπτεράς, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του στον "Γύρο του θανάτου" και δύο περιστασιακοί του έρωτες, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια, καταθέτοντας τη θέση και τη στάση τους για τη δική τους ζωή, φωτίζουν τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη και μεταφέρουν την κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την κατοχή και τον εμφύλιο.
Σκηνικά-κοστούμια: Νίκος Μαστοράκης
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Διακοσάββας
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Κατερίνα Παπαγεωργίου
Παίζουν: Βασίλης Ευταξόπουλος, Ρούλα Παντελίδου, Κατερίνα Γιαμαλή, Αννέτα Κορτσαρίδου, Βασίλης Σπυρόπουλος, Δημήτρης Κολοβός, Βασίλης Σεϊμένης, Κώστας Ίτσιος, Γιάννης Σαμσιάρης, Φωτεινή Μπαξεβάνη.
Στο πιάνο ο Παναγιώτης Μπάρλας.
Μια παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Στο Βασιλικό Θέατρο (Πλατεία Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη), από 22 Μαρτίου.
Τετάρτη & Κυριακή στις 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 18:00 & 21:00.
Οι Νεφέλες παίχτηκαν στα μεγάλα Διονύσια το 423 π.Χ. Θέμα του έργου οι νέες ιδέες που αντιπροσωπεύουν οι σοφιστές. Ο γέρος Στρεψιάδης, ένας απαίδευτος αγρότης, βρίσκεται σε απελπιστική οικονομική κατάσταση. Τα χρέη τον έχουν πνίξει. Ο γάμος του με μια γυναίκα από ανώτερη κοινωνική τάξη και η άσωτη ζωή του γιου του Φειδιππίδη, τον έχουν οδηγήσει σε συνεχή δάνεια. Οι δανειστές του όμως δεν μπορούν να περιμένουν άλλο. Απαιτούν τα χρήματά τους, πιέζουν, οι τόκοι ανεβάζουν το χρέος. Ο Στρεψιάδης έχει χάσει τον ύπνο του. Υπάρχει μόνο μία λύση! Το Φροντιστήριο του Σωκράτη. Καθώς ο γιος του αρνείται να πάει, αποφασίζει να γραφτεί ο ίδιος και να σπουδάσει ρητορική και σοφιστική, ελπίζοντας πως έτσι, θα μπορέσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο και να γλυτώσει τα χρέη του. Γρήγορα όμως θα εκδιωχθεί ως ανεπίδεκτος μαθήσεως. Ευτυχώς, ο γιος του θα πειστεί τελικά να πάει, μόνο που ο Στρεψιάδης θα το πληρώσει ακριβά.[1]
Ο Στρεψιάδης είναι χαρακτήρας τυπικά αναγνωρίσιμος, διαμετρικά αντίθετος με τον εξίσου τυπικό γιο του Φειδιππίδη. Ο γιος είναι ένας επιτηδευμένος νεαρός αστός λιμοκοντόρος, με τάση προς τη διαφθορά. Ο πατέρας πάλι είναι ένας παραδόπιστος, άξεστος γεροχωρικός, κουτοπόνηρος αλλά όχι ευφυής και βαθιά συντηρητικός.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Νεφέλες του Αριστοφάνη, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.
Μετάφραση Κ.Χ. Μύρης, σκηνικά-κοστούμια Νίκος Μαστοράκης, μουσική Σταύρος Γασπαράτος,
κίνηση Φωκάς Ευαγγελινός, φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης, μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου.
Ο Στρεψιάδης είναι χαρακτήρας τυπικά αναγνωρίσιμος, διαμετρικά αντίθετος με τον εξίσου τυπικό γιο του Φειδιππίδη. Ο γιος είναι ένας επιτηδευμένος νεαρός αστός λιμοκοντόρος, με τάση προς τη διαφθορά. Ο πατέρας πάλι είναι ένας παραδόπιστος, άξεστος γεροχωρικός, κουτοπόνηρος αλλά όχι ευφυής και βαθιά συντηρητικός.
Δεν θα ήταν δύσκολο να καταγράψει κανείς διεξοδικά τα κύρια χαρακτηριστικά των δύο μορφών (που σε αυτή την περίπτωση συνενώνουν ταυτόχρονα στοιχεία κοινωνικής θέσης και ιδιοσυγκρασίας) ή να δείξει πώς, ιδιαίτερα στην περίπτωση του Στρεψιάδη, η δράση και ο λόγος βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους: πώς, με άλλα λόγια, ανακαλούνται υπό τύπον αδιάσπαστης συνέχειας ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Η άξεστη γλώσσα του γέροντα, για παράδειγμα, υποδηλώνει ταυτόχρονα τις αγροτικές ρίζες του και μια κάποια διανοητική μετριότητα και τη βαθιά ριζωμένη αντιπάθειά του προς τον σωκρατικό διαφωτισμό. Ο Στρεψιάδης, επιπλέον, δείχνει και κάποια πρωτογενή στοιχεία εξέλιξης: μαθαίνει από τα παθήματα του. Βλέπει το παρελθόν του από νέα σκοπιά, και έτσι είναι ικανός να επισημάνει το λάθος του σε όλα όσα έχουν συμβεί πριν. Αυτά συνιστούν αληθινές, αν και ελάχιστες, ενδείξεις εξέλιξης.[2]
Ο Kenneth Dover, στη σχολιασμένη έκδοσή των Νεφελών, δείχνει με ποιον τρόπο ο Αριστοφάνης μετατρέπει στην κωμωδία αυτή τον γνωστό σε όλη την πόλη Σωκράτη σε πρότυπο (φυσικού) φιλοσόφου, καθώς τον ποιητή δεν τον ενδιαφέρει και δεν θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει η διάκριση ανάμεσα σε σωκρατικά και μη σωκρατικά στοιχεία. Πολυάριθμες μελέτες συζητούν τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα σχετικά με τον "Αριστοφάνη και τον Σωκράτη του".
Ποια ήταν, όμως, η καινοτομία στις Νεφέλες; Απλώς η πολιτική ιδέα ότι ο Σωκράτης ήταν ένας επικίνδυνος νεωτεριστής; Στόχος του Αριστοφάνη στις Νεφέλες είναι οι σοφιστές, οι οποίοι τον 5ο αι. π.Χ. παρουσιάστηκαν ως "διαφωτιστές", και δίδασκαν με αμοιβή στους νέους της εποχής τη ρητορική τέχνη. Ο Αριστοφάνης θεωρούσε πως οι νέες ιδέες των σοφιστών οδηγούσαν τους νέους στην αμφισβήτηση των παλαιών αξιών και την αθηναϊκή δημοκρατία σε παρακμή. Τα βέλη του στράφηκαν κυρίως στο πρόσωπο του Σωκράτη, παρά τις διαφορές του με τους σοφιστές.[3]
Ο Αριστοφάνης είναι ευτυχής όταν τον χειροκροτεί η διανόηση. Σε ένα ονομαστό χωρίο επαινεί τον εαυτό του που παραλείπει στα έργα του τα συνηθισμένα χοντρά αστεία με τα οποία οι άλλοι ποιητές "γαργαλούσαν" τους λιγότερο καλλιεργημένους θεατές. Και αυτό από τον άνδρα που υποτίθεται ότι έχει εκπροσωπήσει κυρίως τον απλό λαό της υπαίθρου, ο οποίος έρχεται στην πόλη για να ευχαριστηθεί με την παραδοσιακή διασκέδαση της γιορτής και να γελάσει με τους εκλεπτυσμένους τρόπους της πόλης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει ένα μικρό γεγονός το οποίο δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε· ο Αριστοφάνης ανήκε σε έναν αστικό δήμο, τον ίδιο με του Κλέωνα.[4]
[2] Michael Silk, "Οι χαρακτήρες του Αριστοφάνη", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, Σμίλη, Αθήνα 2007, σ. 163-165.
[3]Bernhard Zimmermann, "Ο Αριστοφάνης και οι διανοουμένοι", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, σ. 189.
[4] A.W Gomme, "Ο Αριστοφάνης και η πολιτική", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, σ. 152.
[3]Bernhard Zimmermann, "Ο Αριστοφάνης και οι διανοουμένοι", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, σ. 189.
[4] A.W Gomme, "Ο Αριστοφάνης και η πολιτική", στο: Γεώργιος Δ. Κάτσης (επιμ.), Θάλεια, Αριστοφάνης Δεκαπέντε μελετήματα, σ. 152.
Τώρα στη θεατρική σκηνή
Νεφέλες του Αριστοφάνη, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.
Μετάφραση Κ.Χ. Μύρης, σκηνικά-κοστούμια Νίκος Μαστοράκης, μουσική Σταύρος Γασπαράτος,
κίνηση Φωκάς Ευαγγελινός, φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης, μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου.
Παίζουν: Γιάννης Μπέζος, Μάκης Παπαδημητρίου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Γιάννης Νταλιάνης, Νίκος Ψαρράς, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Όμηρος Πουλάκης, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Οικονόμου, Λαέρτης Μαλκότσης κ.α.
Μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου.
4 Αυγούστου, Αμφιθέατρο Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής.
7 Αυγούστου, Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη και περιοδεία σε πόλεις της Ελλάδας.










