Πριν από 3 ώρες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο Αξελ και η Μπέρτα είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι ζωγράφων. Εκείνος πιο φτασμένος, γίνεται ο μέντορας της, μέχρι που η Μπέρτα τον πείθει να καταθέσουν και οι δύο τους έργα στον διαγωνισμό της Ανώτερης Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, αλλά να βάλουν την υπογραφή τους ο ένας κάτω από τον πίνακα που φιλοτέχνησε ο άλλος.
"Ο χορός του θανάτου" γράφτηκε από τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ το 1900. Εχει επηρεάσει άμεσα συγγραφείς όπως ο Ο’Νιλ, ο Άλμπυ, ο Ιονέσκο, ο Πίντερ. Αποτελεί τον προάγγελο για το "θέατρο του παραλόγου" που κυριάρχησε στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Διαπραγματεύεται με χιούμορ και σαρκασμό την αιώνια πάλη των δύο φύλων μέσα από το θεσμό του γάμου. Η αγάπη, το μίσος, το άγχος του θανάτου και η παράνοια, εναλλάσσονται ακατάπαυστα σ’ αυτή τη σχέση.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2012-2013
ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
Υπερτονισμένα συναισθήματα
Ο Πατέρας του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, στο θέατρο Αθήναιον.
"Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιος είναι ο πατέρας ενός παιδιού". Η φράση αυτή από το έργο του Στρίντμπεργκ πυροδοτεί μια ανελέητη μάχη, ανοίγει τον ασκό των υποψιών που μετατρέπονται σταδιακά σε αμφιβολίες και σαν σαράκι αρχίζουν να διαλύουν τη λογική σκέψη. Ο Στρίντμπεργκ αποδομεί τα σαθρά θεμέλια ενός γάμου, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ανθρώπινες αδυναμίες και σκιαγραφώντας απόκρυφες επιθυμίες που έρχονται στο φως και προκαλούν εντάσεις. Ο ίλαρχος Άντολφ θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο στη διαπαιδαγώγηση της κόρης του -κάτι που επιβάλλεται και από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής- μεταφέροντας την στρατιωτική πειθαρχία του εργασιακού του χώρου, στον χώρο της εστίας. Η σύζυγος του, Λάουρα, αντιτίθεται στον "ρόλο" που της επιβάλλεται και αναδιπλώνεται επιθετικά. Σπέρνει στον άνδρα της την υποψία πως η κόρη τους δεν είναι πραγματικό του παιδί και τον τσακίζει, τον διαλύει συναισθηματικά, τον οδηγεί στην παραφροσύνη.
Ο Στρίντμπεργκ δεν περιορίζεται στην απεικόνιση ενός νατουραλιστικού δράματος. Οδηγεί τον ομώνυμο χαρακτήρα του έργου του σε μια υπαρξιακή καταβύθιση, σε ένα ταξίδι στα άδυτα της ψυχής και του μυαλού, οπλίζοντας την δραματουργική φαρέτρα του έργου με όλες τις εκφάνσεις του φάσματος της προδοσίας, του φόβου, της απόρριψης, του μισογυνισμού, της σύγκρουσης. Όλα τα παραπάνω δεν μένουν σε μια εξωτερική, ρεαλιστική απεικόνιση, αλλά τοποθετούνται σε ένα δεύτερο επίπεδο εσωτερικότητας και αναζήτησης.
Στην παράσταση του θεάτρου Τέχνης (συμπαραγωγή με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης) όλα εκείνα που το κείμενο επιτρέπει και επιβάλλει περνούν σε ένα δεύτερο, ίσως και τρίτο επίπεδο. Η, χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση, κλασσική και επίπεδη σκηνοθετική ανάγνωση της Λίλλυς Μελεμέ μοιάζει να δίνει προβάδισμα στην ερμηνεία του πατέρα-Γιάννη Φέρτη, αγνοώντας τα υπόλοιπα στοιχεία που συγκροτούν τη θεατρική πράξη και αφήνοντας μια αίσθηση έλλειψης σκηνικής συνοχής και λειτουργίας στον "αυτόματο πιλότο".
Ο Φέρτης είναι ένας "πατέρας" που βιώνει το δράμα του με έναν τρόπο επιφανειακό και εξωτερικό που συχνά ρέπει προς το μελόδραμα. Μια υπερπροσπάθεια απεικόνισης της πορείας προς τη διάλυση, που στηρίζεται στις έντονες χειρονομίες και στην στομφώδη εκφορά του λόγου, που μοιάζει ξένη με την παράλυση, το μούδιασμα, την παραφορά που επιφέρει στον ανθρώπινο νου μια πορεία προς το παράλογο, όπως είναι αυτή που παρουσιάζει στο έργο του ο Στρίντμπεργκ. Είναι μια ερμηνεία "παλαιάς κοπής" που δεν πείθει. Η Μαρίνα Ψάλτη, ως Λάουρα διανύει την απόσταση που επιβάλλει ο χαρακτήρας -από τις κωμικές, σαρκαστικές σπόντες στην ειρωνεία και από εκεί στην απόλυτη σαρκοφαγική επίθεση- με αρκετά επιδέξιο τρόπο. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ο τρόπος που ερμηνεύουν "μιλώντας" με το βλέμμα, η Έρση Μαλικένζου και ο Φαίδωνας Καστρής, ενώ η σκηνική αμηχανία ήταν έκδηλη στις ερμηνείες των νεαρών ηθοποιών του θιάσου που έπαιζαν σαν σπουδαστές δραματικής σχολής που μόλις έχουν αποστηθίσει τους ρόλους τους.
Το σκηνικό -αδικαιολόγητα άδειο- δίνει την αίσθηση μιας ανέμπνευστης προχειρότητας. Ένα κυκλόραμα, ένα λευκό πανί στον πίσω τοίχο με φωτισμούς που εναλλάσσονται ανάλογα με τη σκηνική δράση υπογραμμίζοντας την. Ο σκηνικός χώρος είναι απόλυτα συνυφασμένος με το γενικότερο "μείον" αυτού του σκηνικού εγχειρήματος, με την επιλογή να παρουσιαστούν όλα -συναισθήματα, σκέψεις και πράξεις- τονισμένα και υπογραμμισμένα στον θεατή, εν είδει μασημένης θεατρικής τροφής.
Ο Πατέρας του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, στο θέατρο Αθήναιον.
"Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιος είναι ο πατέρας ενός παιδιού". Η φράση αυτή από το έργο του Στρίντμπεργκ πυροδοτεί μια ανελέητη μάχη, ανοίγει τον ασκό των υποψιών που μετατρέπονται σταδιακά σε αμφιβολίες και σαν σαράκι αρχίζουν να διαλύουν τη λογική σκέψη. Ο Στρίντμπεργκ αποδομεί τα σαθρά θεμέλια ενός γάμου, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ανθρώπινες αδυναμίες και σκιαγραφώντας απόκρυφες επιθυμίες που έρχονται στο φως και προκαλούν εντάσεις. Ο ίλαρχος Άντολφ θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο στη διαπαιδαγώγηση της κόρης του -κάτι που επιβάλλεται και από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής- μεταφέροντας την στρατιωτική πειθαρχία του εργασιακού του χώρου, στον χώρο της εστίας. Η σύζυγος του, Λάουρα, αντιτίθεται στον "ρόλο" που της επιβάλλεται και αναδιπλώνεται επιθετικά. Σπέρνει στον άνδρα της την υποψία πως η κόρη τους δεν είναι πραγματικό του παιδί και τον τσακίζει, τον διαλύει συναισθηματικά, τον οδηγεί στην παραφροσύνη.
Ο Στρίντμπεργκ δεν περιορίζεται στην απεικόνιση ενός νατουραλιστικού δράματος. Οδηγεί τον ομώνυμο χαρακτήρα του έργου του σε μια υπαρξιακή καταβύθιση, σε ένα ταξίδι στα άδυτα της ψυχής και του μυαλού, οπλίζοντας την δραματουργική φαρέτρα του έργου με όλες τις εκφάνσεις του φάσματος της προδοσίας, του φόβου, της απόρριψης, του μισογυνισμού, της σύγκρουσης. Όλα τα παραπάνω δεν μένουν σε μια εξωτερική, ρεαλιστική απεικόνιση, αλλά τοποθετούνται σε ένα δεύτερο επίπεδο εσωτερικότητας και αναζήτησης.
Στην παράσταση του θεάτρου Τέχνης (συμπαραγωγή με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης) όλα εκείνα που το κείμενο επιτρέπει και επιβάλλει περνούν σε ένα δεύτερο, ίσως και τρίτο επίπεδο. Η, χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση, κλασσική και επίπεδη σκηνοθετική ανάγνωση της Λίλλυς Μελεμέ μοιάζει να δίνει προβάδισμα στην ερμηνεία του πατέρα-Γιάννη Φέρτη, αγνοώντας τα υπόλοιπα στοιχεία που συγκροτούν τη θεατρική πράξη και αφήνοντας μια αίσθηση έλλειψης σκηνικής συνοχής και λειτουργίας στον "αυτόματο πιλότο".
Ο Φέρτης είναι ένας "πατέρας" που βιώνει το δράμα του με έναν τρόπο επιφανειακό και εξωτερικό που συχνά ρέπει προς το μελόδραμα. Μια υπερπροσπάθεια απεικόνισης της πορείας προς τη διάλυση, που στηρίζεται στις έντονες χειρονομίες και στην στομφώδη εκφορά του λόγου, που μοιάζει ξένη με την παράλυση, το μούδιασμα, την παραφορά που επιφέρει στον ανθρώπινο νου μια πορεία προς το παράλογο, όπως είναι αυτή που παρουσιάζει στο έργο του ο Στρίντμπεργκ. Είναι μια ερμηνεία "παλαιάς κοπής" που δεν πείθει. Η Μαρίνα Ψάλτη, ως Λάουρα διανύει την απόσταση που επιβάλλει ο χαρακτήρας -από τις κωμικές, σαρκαστικές σπόντες στην ειρωνεία και από εκεί στην απόλυτη σαρκοφαγική επίθεση- με αρκετά επιδέξιο τρόπο. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ο τρόπος που ερμηνεύουν "μιλώντας" με το βλέμμα, η Έρση Μαλικένζου και ο Φαίδωνας Καστρής, ενώ η σκηνική αμηχανία ήταν έκδηλη στις ερμηνείες των νεαρών ηθοποιών του θιάσου που έπαιζαν σαν σπουδαστές δραματικής σχολής που μόλις έχουν αποστηθίσει τους ρόλους τους.
Το σκηνικό -αδικαιολόγητα άδειο- δίνει την αίσθηση μιας ανέμπνευστης προχειρότητας. Ένα κυκλόραμα, ένα λευκό πανί στον πίσω τοίχο με φωτισμούς που εναλλάσσονται ανάλογα με τη σκηνική δράση υπογραμμίζοντας την. Ο σκηνικός χώρος είναι απόλυτα συνυφασμένος με το γενικότερο "μείον" αυτού του σκηνικού εγχειρήματος, με την επιλογή να παρουσιαστούν όλα -συναισθήματα, σκέψεις και πράξεις- τονισμένα και υπογραμμισμένα στον θεατή, εν είδει μασημένης θεατρικής τροφής.
Κορνήλιος Ρουσάκης
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ
ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2012-2013
ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΠΡΙΣΜΑ
Κατά το καλοκαίρι του 1907, ενώ ακόμη προετοιμαζόταν, γίνονταν τα πρώτα διαβήματα σχετικά με το "Θεατράκι μας", ο Στρίντμπεργκ έγραψε στον Άουγκουστ Φαλκ, τον μέλλοντα διευθυντή, τις ιδέες τους και τους στόχους του για το "Οικείο θέατρο" ή —αν προτιμάτε— "θεατράκι μας" καθώς και τον τρόπο της λειτουργίας του.
Σημείωμα
1. Όχι μπαρ.
2. Όχι απογευματινές την Κυριακή.
3. Παραστάσεις σύντομες: οκτώ με δέκα. Διαλείμματα σύντομα ή καθόλου διαλείμματα.
4. Όχι χειροκροτήματα στη διάρκεια της παράστασης.
5. Όχι υποβολέας. Όχι ορχήστρα, μουσική στη σκηνή μονάχα.
6. Το κείμενο θα πουλιέται στο ταμείο και στο φουαγιέ.
7. Εκατόν εξήντα θέσεις μόνο στην αίθουσα. Όχι κίνδυνος πυρκαγιάς, γιατί θα απαγορεύεται το κάπνισμα. Θα υπάρχει κεντρική θέρμανση και ηλεκτρική θέρμανση στα καμαρίνια.
8. Ο Λούθηρος και Ο δρόμος για τη Δαμασκό παίζονται με ταυτόχρονα σκηνικά ή στην ελισαβετιανή σκηνή στο Μόναχο. Μια αψίδα και αυλαίες.
Αν με ρωτήσουν τώρα τι θέλει το "Θεατράκι Μας", ποιος είναι ο στόχος του, θα απαντήσω: να αναπτύξει μες στο δραματικό έργο ένα θέμα φορτωμένο σημασία αλλά περιορισμένο. Αποφεύγουμε τα επινοήματα της επιτυχίας, τα νούμερα για τις βεντέτες, τα εύκολα εφέ, τα σημεία παλικαριάς. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να συνδέεται από πριν με κανέναν κανόνα, γιατί το θέμα είναι που καθοδηγεί στη φόρμα. Συνεπώς, ελευθερία πλήρη για τον τρόπο που θα μεταχειριστεί το θέμα, αρκεί να γίνεται σεβαστή η ενότητα της σύλληψης και του ύφους.
Αναζητήσαμε μια μικρή αίθουσα όπου οι φωνές των ηθοποιών να ακούγονται από παντού χωρίς να χρειαστεί να φωνάζουν. Είναι στα αλήθεια κάτι θέατρα μεγάλα που οι πρωταγωνιστές πρέπει να φορτσάρουν τη φωνή τους, να ουρλιάζουν τις ερωτικές εξομολογήσεις τους, να βροντοφωνάζουν τις εκμυστηρεύσεις τους, να μουρμουρίζουν τα μυστικά τους με φουσκωμένους τους πνεύμονες, οπότε τελικά μοιάζουν όλοι θυμωμένοι ή σαν να βιάζονται να τα πουν και να φύγουν.
Όταν ο Φαλκ έθεσε τέλος στις μεγάλες παραστάσεις που τελείωναν κατά τα μεσάνυχτα, ξέκοβε ταυτόχρονα και με το κλασικό θέατρο-οινοπωλείο. Ήταν τόλμημα, γιατί η πώληση του αλκοόλ πληρώνει τουλάχιστον το μισό νοίκι στα μεγάλα θέατρα. Όμως τούτη η σύζευξη δραματικής τέχνης και σταθμού οινοποσίας απαιτούσε μεγάλα διαλείμματα που τη διάρκειά τους την καθόριζε ο εστιάτορας.
Η δυσμένεια που δημιουργούνταν με τη διακοπή του έργου για ν΄ αφήσουν το κοινό να πάει να πιει δυνατά ποτά είναι φανερή. Χαλούσε την ατμόσφαιρα, η γοητεία κοβόταν και κείνο που θα έπρεπε να παραμείνει υποσυνείδητο γίνεται συνειδητό. Η ψευδαίσθηση, που έδινε το δραματικό έργο, διαλύεται και το μυαλό ξαναγυρίζει στις καθημερινές σκοτούρες του. Ο θεατής στήνεται να διαβάσει τη βραδινή εφημερίδα του ή μιλάει για τούτο και για κείνο με τους φίλους του που βρίσκει στο μπαρ. Το νήμα του έργου έχει κοπεί, η ροή της δράσης έχει ξεχαστεί και το κοινό ξαναγυρίζει στη θέση του στην αίθουσα με διαθέσεις τελείως ξένες προς το έργο. Η κατάχρηση αυτή προχώρησε τόσο που μερικοί πήγαιναν στο μπαρ πριν καν αρχίσει το έργο και τελικά θεωρούσαν το έργο σαν... διάλειμμα. Κι αν κατά τύχη ο καναπές του φουαγιέ ήταν ιδιαίτερα άνετος, έμεναν έξω ενόσω παίζονταν μια ολόκληρη πράξη.
Η οικονομική κατάσταση στο "Θεατράκι μας" δεινοπάθησε με την αλλαγή, αλλά το θέατρο τελικά κέρδισε: η προσοχή της αίθουσας συγκεντρώθηκε στη σκηνή και το κοινό είχε όλο τον καιρό, στο τέλος, να κουβεντιάζει καθώς έπαιρνε τη σούπα του, γύρω από τι είδε και τι άκουσε.
Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, Το παράλογο και το μυστικιστικό θέατρο, μτφ. Ιάνις Λο Σκόκο, εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα χ.χ.
Τώρα στη Θεσσαλονίκη
Η σονάτα των φαντασμάτων του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε απόδοση στα ελληνικά και σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.
Σε τρεις διαδοχικές κινήσεις, σαν εκείνες που χαρακτηρίζουν μια μουσική σονάτα, παρουσιάζεται η πορεία του ιδεαλιστή φοιτητή Άρκενχολτζ από τον δρόμο στην καρδιά ενός μεγαλόπρεπου και εκθαμβωτικού σπιτιού που τον γοητεύει και τον έλκει, όπως και οι κάτοικοί του. Είναι στην πραγματικότητα μια πορεία ζωής και μύηση στη ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης. Καθ’ οδόν, άνθρωποι και πράγματα απεκδύονται την απατηλή όμορφη όψη τους και φανερώνουν την αενάως μεταβαλλόμενη φύση τους.
Ελάχιστα παιγμένη, (λόγω ίσως των σκηνικών δυσκολιών της), ακατάτακτη, αινιγματική και ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, η Σονάτα, γραμμένη το 1907, προαναγγέλλει πολλές μετέπειτα καλλιτεχνικές αναζητήσεις και εξελίξεις (εξπρεσιονισμό, σουρεαλισμό, θέατρο της σκληρότητας, θέατρο του παραλόγου…). Πρόκειται για ένα ονειρόδραμα όπου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, "όλα είναι πιθανά, όλα είναι δυνατά" και που "είναι τρομακτικό όπως είναι η ίδια η ζωή όταν πέφτουν τα λέπια που καλύπτουν τα μάτια μας και βλέπουμε τα πράγματα έτσι όπως είναι". Έργο οριακό, αλλά και έργο όπου τα όρια συγχέονται. Το πραγματικό και το μη πραγματικό, οι ζωντανοί και οι νεκροί, η ομορφιά και η ασχήμια, η αθωότητα και η διάβρωση, το τραγικό και το κωμικό, ανταλλάσσουν διαρκώς τις ταυτότητές τους, θολώνοντας το περίγραμμα και την ουσία τους…
Σημείωμα
1. Όχι μπαρ.
2. Όχι απογευματινές την Κυριακή.
3. Παραστάσεις σύντομες: οκτώ με δέκα. Διαλείμματα σύντομα ή καθόλου διαλείμματα.
4. Όχι χειροκροτήματα στη διάρκεια της παράστασης.
5. Όχι υποβολέας. Όχι ορχήστρα, μουσική στη σκηνή μονάχα.
6. Το κείμενο θα πουλιέται στο ταμείο και στο φουαγιέ.
7. Εκατόν εξήντα θέσεις μόνο στην αίθουσα. Όχι κίνδυνος πυρκαγιάς, γιατί θα απαγορεύεται το κάπνισμα. Θα υπάρχει κεντρική θέρμανση και ηλεκτρική θέρμανση στα καμαρίνια.
8. Ο Λούθηρος και Ο δρόμος για τη Δαμασκό παίζονται με ταυτόχρονα σκηνικά ή στην ελισαβετιανή σκηνή στο Μόναχο. Μια αψίδα και αυλαίες.
Αν με ρωτήσουν τώρα τι θέλει το "Θεατράκι Μας", ποιος είναι ο στόχος του, θα απαντήσω: να αναπτύξει μες στο δραματικό έργο ένα θέμα φορτωμένο σημασία αλλά περιορισμένο. Αποφεύγουμε τα επινοήματα της επιτυχίας, τα νούμερα για τις βεντέτες, τα εύκολα εφέ, τα σημεία παλικαριάς. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να συνδέεται από πριν με κανέναν κανόνα, γιατί το θέμα είναι που καθοδηγεί στη φόρμα. Συνεπώς, ελευθερία πλήρη για τον τρόπο που θα μεταχειριστεί το θέμα, αρκεί να γίνεται σεβαστή η ενότητα της σύλληψης και του ύφους.
Αναζητήσαμε μια μικρή αίθουσα όπου οι φωνές των ηθοποιών να ακούγονται από παντού χωρίς να χρειαστεί να φωνάζουν. Είναι στα αλήθεια κάτι θέατρα μεγάλα που οι πρωταγωνιστές πρέπει να φορτσάρουν τη φωνή τους, να ουρλιάζουν τις ερωτικές εξομολογήσεις τους, να βροντοφωνάζουν τις εκμυστηρεύσεις τους, να μουρμουρίζουν τα μυστικά τους με φουσκωμένους τους πνεύμονες, οπότε τελικά μοιάζουν όλοι θυμωμένοι ή σαν να βιάζονται να τα πουν και να φύγουν.
Όταν ο Φαλκ έθεσε τέλος στις μεγάλες παραστάσεις που τελείωναν κατά τα μεσάνυχτα, ξέκοβε ταυτόχρονα και με το κλασικό θέατρο-οινοπωλείο. Ήταν τόλμημα, γιατί η πώληση του αλκοόλ πληρώνει τουλάχιστον το μισό νοίκι στα μεγάλα θέατρα. Όμως τούτη η σύζευξη δραματικής τέχνης και σταθμού οινοποσίας απαιτούσε μεγάλα διαλείμματα που τη διάρκειά τους την καθόριζε ο εστιάτορας.
Η δυσμένεια που δημιουργούνταν με τη διακοπή του έργου για ν΄ αφήσουν το κοινό να πάει να πιει δυνατά ποτά είναι φανερή. Χαλούσε την ατμόσφαιρα, η γοητεία κοβόταν και κείνο που θα έπρεπε να παραμείνει υποσυνείδητο γίνεται συνειδητό. Η ψευδαίσθηση, που έδινε το δραματικό έργο, διαλύεται και το μυαλό ξαναγυρίζει στις καθημερινές σκοτούρες του. Ο θεατής στήνεται να διαβάσει τη βραδινή εφημερίδα του ή μιλάει για τούτο και για κείνο με τους φίλους του που βρίσκει στο μπαρ. Το νήμα του έργου έχει κοπεί, η ροή της δράσης έχει ξεχαστεί και το κοινό ξαναγυρίζει στη θέση του στην αίθουσα με διαθέσεις τελείως ξένες προς το έργο. Η κατάχρηση αυτή προχώρησε τόσο που μερικοί πήγαιναν στο μπαρ πριν καν αρχίσει το έργο και τελικά θεωρούσαν το έργο σαν... διάλειμμα. Κι αν κατά τύχη ο καναπές του φουαγιέ ήταν ιδιαίτερα άνετος, έμεναν έξω ενόσω παίζονταν μια ολόκληρη πράξη.
Η οικονομική κατάσταση στο "Θεατράκι μας" δεινοπάθησε με την αλλαγή, αλλά το θέατρο τελικά κέρδισε: η προσοχή της αίθουσας συγκεντρώθηκε στη σκηνή και το κοινό είχε όλο τον καιρό, στο τέλος, να κουβεντιάζει καθώς έπαιρνε τη σούπα του, γύρω από τι είδε και τι άκουσε.
Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, Το παράλογο και το μυστικιστικό θέατρο, μτφ. Ιάνις Λο Σκόκο, εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα χ.χ.
Τώρα στη Θεσσαλονίκη
Η σονάτα των φαντασμάτων του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε απόδοση στα ελληνικά και σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη.
Σε τρεις διαδοχικές κινήσεις, σαν εκείνες που χαρακτηρίζουν μια μουσική σονάτα, παρουσιάζεται η πορεία του ιδεαλιστή φοιτητή Άρκενχολτζ από τον δρόμο στην καρδιά ενός μεγαλόπρεπου και εκθαμβωτικού σπιτιού που τον γοητεύει και τον έλκει, όπως και οι κάτοικοί του. Είναι στην πραγματικότητα μια πορεία ζωής και μύηση στη ζωή, ένα ταξίδι αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης. Καθ’ οδόν, άνθρωποι και πράγματα απεκδύονται την απατηλή όμορφη όψη τους και φανερώνουν την αενάως μεταβαλλόμενη φύση τους.Ελάχιστα παιγμένη, (λόγω ίσως των σκηνικών δυσκολιών της), ακατάτακτη, αινιγματική και ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, η Σονάτα, γραμμένη το 1907, προαναγγέλλει πολλές μετέπειτα καλλιτεχνικές αναζητήσεις και εξελίξεις (εξπρεσιονισμό, σουρεαλισμό, θέατρο της σκληρότητας, θέατρο του παραλόγου…). Πρόκειται για ένα ονειρόδραμα όπου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, "όλα είναι πιθανά, όλα είναι δυνατά" και που "είναι τρομακτικό όπως είναι η ίδια η ζωή όταν πέφτουν τα λέπια που καλύπτουν τα μάτια μας και βλέπουμε τα πράγματα έτσι όπως είναι". Έργο οριακό, αλλά και έργο όπου τα όρια συγχέονται. Το πραγματικό και το μη πραγματικό, οι ζωντανοί και οι νεκροί, η ομορφιά και η ασχήμια, η αθωότητα και η διάβρωση, το τραγικό και το κωμικό, ανταλλάσσουν διαρκώς τις ταυτότητές τους, θολώνοντας το περίγραμμα και την ουσία τους…
Info: Σκηνκά–κοστούμια–φωτισμοί: Απόστολος Αποστολίδης, μουσική: Κωστής Βοζίκης,
μακιγιάζ: Μελίνα Γλαντζή, βοηθός σκηνοθέτη: Αντιγόνη Μπάρμπα, βοηθόςενδυματολόγου: Διδώ Γκόγκου.
μακιγιάζ: Μελίνα Γλαντζή, βοηθός σκηνοθέτη: Αντιγόνη Μπάρμπα, βοηθόςενδυματολόγου: Διδώ Γκόγκου.
Παίζουν: Δέσποινα Κολτσιδοπούλου, Αντιγόνη Μπάρμπα, Αναστασία Μιροσνιτσένκο, Πέτρος Παπαζήσης, Νίκος Πολοζιάνης, Κωστής Ραμπαβίλας, Αναστάσης-Δημήτρης Ροϊλός, Γιώργος Σοφικίτης, Στεργιάνα Τζέγκα.
Μια παραγωγή της ομάδας Angelus Novus.
Στο Studio Όρα (Αντωνίου Καμάρα 3, Θεσσαλονίκη), από 20 Δεκεμβρίου.
Πέμπτη-Σάββατο: 21.15, Κυριακή: 20.00
Πέμπτη-Σάββατο: 21.15, Κυριακή: 20.00




