Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Κριτική θεάτρου: Η βασίλισσα της ομορφιάς

Leave a Comment
Του Κορνήλιου Ρουσάκη

"Η βασίλισσα της ομορφιάς" του Μαρτιν Μακ Ντόνα, σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χατζηβασιλείου, από την Πειραματική Σκηνή της "Τέχνης", στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς.

Το έργο του Μάρτιν Μακ Ντόνα με εφαλτήριο τη δυσλειτουργική σχέση της εβδομηντάχρονης Μαγκ με την σαραντάχρονη κόρη της Μωρήν, παρατηρεί τη φθορά που προκαλείται όταν η αδιάκοπη συσσώρευση οργής καταλήγει στην σοκαριστική έκρηξη βίας. Στο παρασκήνιο της σχέσης των δύο γυναικών, αλλά καθόλου σε αμελητέο δραματουργικό πλάνο βρίσκεται ένα θεμελιώδες στοιχείο της ιρλανδικής Ιστορίας: η μετανάστευση προς την καταδυναστευτική για τους ιρλανδούς Βρετανία και προς την "ονειρική" Αμερική.

Μεγαλωμένος σε ένα άθλιο οικογενειακό περιβάλλον και με αμέτρητα ψυχικά τραύματα από την παιδική του ηλικία, ο Μακ Ντόνα θεωρείται ένας από τους "εκπροσώπους" του in yer face theatre (Θέατρο στα Μούτρα) που αναπτύχθηκε στη βρετανική θεατρική σκηνή κατά τη διάρκεια των χρόνων της θατσερικής διακυβέρνησης. Τι κι αν αρκετοί αθλητικοί —κι όχι μόνο— συντάκτες των ελληνικών δημοσιογραφικών μέσων εξυμνούν την επιτυχία της Θάτσερ να περιορίσει τον χουλιγκανισμό στα αγγλικά γήπεδα. Οι πολιτικές αποφάσεις της Θάτσερ, οι σκληρές μεταρρυθμίσεις στον κοινωνικό τομέα και στην υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνική αναλγησία, δημιούργησαν τις στρατιές των γνωστών "αδέσποτων παιδιών" που κατέκλυσαν τους δρόμους των πόλεων, γνωρίζοντας (στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν) από κοντά όλες τις πτυχές της εγκληματικότητας.
Είναι ακριβώς η εποχή που η αρκούντως ρομαντική "cool britannia" δίνει τη θέση της στην ασφυκτικά ρεαλιστική "cruel britannia". Eίναι ακριβώς η εποχή που μια γενιά νέων συγγραφέων (Σάρα Κέην, Μαρκ Ρέιβενχιλ, Φίλιπ Ρίντλεΐ, Άντονι Νίλσον) εφορμά στη σκηνή και σοκάρει με τον καθρέφτη που "τοποθετεί" μπροστά στους θεατές, με την ωμή απεικόνιση της αλήθειας και το μαύρο χιούμορ της.

Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου γνωρίζει όσο λίγοι δημιουργοί της ελληνική θεατρικής σκηνής τους κώδικες του in yer face theatre και τον τρόπο να ξεκλειδώσει αυτούς τους κώδικες και να παρουσιάσει στη σκηνή, ένα χαρακτηριστικό δείγμα του είδους. Η οπτική της Χατζηβασιλείου εκμηδενίζει το ενδεχόμενο μιας εύκολης ετυμηγορίας των θεατών για τις ακραίες στάσεις και συμπεριφορές των προσώπων του έργου. Οι ταμπέλες του θύτη και του θύματος, του πομπού και του δέκτη των βίαιων συμπεριφορών (λεκτικών και σωματικών) εναλλάσσονται διαρκώς ανάμεσα στις δύο γυναίκες του έργου και ο θεάτης επιδίδεται σε μια διαρκή μετατόπιση επίρριψης ευθυνών και απόδοσης τυχόν ελαφρυντικών. Η ιδιαίτερη δυναμική της παράστασης της Πειραματικής Σκηνής της "Τέχνης" στηρίζεται σε αυτή ακριβώς την απόφυγη απερίσκεπτου μαρκαρίσματος του θύτη και του θύματος.

Η μητέρα Μαγκ ενσαρκώνει το απόλυτο κακό. Μια γυναίκα που αγκιστρώνεται πάνω στην σαραντάχρονη κόρη της, της συμπεριφέρεται χλευαστικά και την χρησιμοποιεί σαν υπηρέτρια, της στήνει μηχανορραφίες και στραγγαλίζει κάθε πρόθεση της να κάνει επιλογές και να λάβει αποφάσεις, να ανασάνει ελεύθερα ως απόλυτος κυρίαρχος της ενήλικης ζωής της.
Η Μαγκ της Έφης Σταμούλη πολύ γρήγορα φεύγει από το πρώτο επίπεδο απεικόνισης της σκληρότητας και της μοχθηρίας και φέρνει στο προσκήνιο τις (κωμικές) μικροπαραξενιές μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Το απόλυτο κακό ντύνεται με αναρίθμητα μικρά κωμικά χαρακτηριστικά (ο διαρκής εικονικός διάλογος με τα τηλεοπτικά πρόσωπα, τα ασταμάτητα σπαρταριστά σχόλια "εν είδει μουρμούρας", η λαχτάρα στο βλέμμα για ένα κριτσίνι), που αναδεικνύονται έξοχα από την λεπτομερή—κινησιολογικά και εκφραστικά— δουλειά της έμπειρης ηθοποιού.
Η Μωρήν, η νεαρή γυναίκα που διανύει το τρίπτυχο "συσσωρευμένη οργή-βία-αυτοδικία" προκαλεί κάποια αισθήματα ανοχής η και συγκαλυμμένης συμπόνοιας, αν αναλογιστεί κανείς το αίσθημα αδικίας που επανειλημμένα έχει βιώσει. Η Σοφία Βούλγαρη μοιάζει να ξεπηδά από τις σελίδες του κειμένου του Μακ Ντόνα. Αποτυπώνει με απόλυτη ερμηνευτική ακρίβεια το αδιέξοδο μιας γυναίκας που παρατηρεί τη ζωή της να χάνεται μέσα από χέρια της, που βιώνει με πανικό την απώλεια μιας "ζωής που δεν έζησε". Η ερμηνεία της Βούλγαρη, ο τρόπος που σχηματοποιεί η ηθοποιός τις ερωτικές ορμές, τις νευρικές κρίσεις, τη χυδαία συμπεριφορά, τις βίαιες λεκτικές και σωματικές επιθέσεις είναι υπόδειγμα εκφραστικής και ρυθμικής αρτιότητας. Παρατηρώντας την καθώς προσπαθεί να "γειωθεί", ισορροπώντας άγαρμπα πάνω στα τακούνια της, έρχεται στο μυαλό η σκέψη του Ζακ Λακάν σχετικά με τη προσπάθεια μας να ενταχθούμε και να νιώσουμε άνετα σ' έναν κόσμο που πάντα είναι (και θα είναι) ο κόσμος του Άλλου. Αυτό είναι η πηγή της βίας μας.

Τη διανομή συμπληρώνουν δύο ανδρικές φιγούρες: το αντικείμενο του πόθου της Μωρήν και ο νεαρός αδελφός του. Ο Κωστής Ραμπαβίλας, στα πρώτα του βήματα στη θεατρική σκηνή, ερμηνεύει τον αθυρόστομο Ρέη, επιδεικνύοντας μια αξιοσημείωτη σκηνική άνεση και απόλυτη αίσθηση του χειρισμού της κωμικής συνθήκης. Ο Γιώργος Δημητριάδης παρουσιάζει πειστικά την αμηχανία και τη συστολή του μετανάστη που βρίσκεται στην προσπάθεια επίτευξης μιας καλύτερης ζωής.

O σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Όλγα Χατζηιακώβου συμπλέκει καλαίσθητα την ρεαλιστική απεικόνιση (με χαρακτηριστικά μικροαντικείμενα που θα συναντούσαμε σε μια αγροικία) με τον συμβολισμό της βίας που φέρει το έργο. Η ολοκληρωτική κάλυψη του χώρου με πλακάκια παραπέμπει σε κρεοπωλείο-σφαγείο και υπογραμμίζει εύστοχα το ανελέητο και διαρκές κατακρεούργημα που κυριαρχεί στη συμβίωση των δύο γυναικών. Η πνιγηρή ατμόσφαιρα ενισχύεται από τους ήχους που επιμελήθηκε ο Φίλιππος Θεοχαρίδης και τους "θαμπούς" φωτισμούς της Μαρίας Λαζαρίδου.



Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: