Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Κριτική θεάτρου: Ο σωσίας

Leave a Comment
Του Κορνήλιου Ρουσάκη

"Ο σωσίας" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, σε σκηνοθεσία Έφης Μπίρμπα, στο Θέατρο Αυλαία (Θεσσαλονίκη)

Στο εκτεταμένο διήγημα "Ο Σωσίας" ή "Ο διπλός άνθρωπος" (1846), ο Ντοστογιέφσκι σκιαγραφεί το πορτραίτο του κρατικού υπαλλήλου Γκολιάτκιν, ενός ανθρώπου με κατακερματισμένο εγώ που προσπαθεί να αμυνθεί απέναντι στην καταπιεστική βάσανο των κοινωνικών επιταγών, στα "πρέπει" μιας κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς. Ο Γκολιάτκιν παρασυρμένος από σωρεία φοβιών, εμμονών και ψυχαναγκασμών προσπαθεί να ταυτοποιήσει τη σχέση με τον "εαυτό" του, αλλά και να προσδιορίσει τη θέση του στον κόσμο. Έτσι "δημιουργεί" έναν νέο Γκολιάτκιν, ένα διπλότυπο της ύπαρξης του, ένα πρόσωπο ικανό να λειτουργεί ως μέρος του κοινωνικού ιστού.
Στο διήγημα του ο Ντοστογιέφσκι θίγει —με τρόπο αξιοπρόσεκτο— ζητήματα ψυχικής ισορροπίας, αρκετά χρόνια πριν την λεπτομερή παρατήρηση και ανάλυση τους από τον τομέα της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. Η παράσταση της Έφης Μπίρμπα, με αρετές και παραλείψεις, καταφέρνει να λειτουργεί ως μια σύντομη εισαγωγή στα "sos" της ψυχανάλυσης.

Η Μπίρμπα δημιουργεί μια σκηνική συνθήκη που είναι περισσότερο μια παράσταση "με αφορμή" το έργο του Ντοστογιέφσκι και όχι η σκηνική μεταφορά του κειμένου. Πρόκειται για μια περφόρμανς που εκκινεί από το έργο του ρώσου συγγραφέα και σύντομα σπάει τους δεσμούς του με αυτό, φλερτάροντας με το σωματικό θέατρο και το χοροθέατρο (με εμφανείς τις επιρροές από τη χορογραφική δουλειά της Πίνα Μπάους).
Η αποσπασματική και εν πολλοίς ασύνδετη παράθεση σπαραγμάτων από το κείμενο δημιουργεί σύγχυση στους μη αναγνώστες του διηγήματος και ορθώνει ένα τείχος στην προσπάθεια επικοινωνίας σκηνής και πλατείας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια παράθεση σκηνικών εικόνων, ομολογουμένως υψηλής αισθητικής, που όμως μοιάζουν αποκομμένες από οποιονδήποτε δραματουργικό ιστό. Ο λόγος μπαίνει σε δεύτερο πλάνο και θρυμματίζεται κυρίως σε σύντομες φράσεις που επαναλαμβάνονται και προτάσσεται η έκφραση μέσω της κινησης των σωμάτων.

Η σκοτεινή και υγρή ντοστογιεφσκική ατμόσφαιρα, ωστόσο, αποδίδεται άριστα τόσο από την εικαστική εγκατάσταση που επιμελήθηκε η ίδια η σκηνοθέτιδα όσο και από το πλέγμα ηχητικού περιβάλλοντος και φωτός, ενώ οι συμβολιστικές προσταγές του κειμένου μεγεθύνονται και σχηματοποιούνται μοναδικά στη σύνθεση της σκηνικής εγκατάστασης. Ένας λόφος απο παλιές καρέκλες τραπεζαρίας στο βάθος και η σκηνή καλυμμένη απ' άκρη σ' άκρη με χώμα που σύντομα γίνεται λάσπη, ανταποκρινόμενο στα πικρά λόγια του Γκολιάτκιν: "Λάσπη αποκαλεί ο άνθρωπος αυτούς που απεχθάνεται. Κι όμως η λάσπη διψά για στοργή. Μόλις της κάνεις μια φιλοφρόνηση, αμέσως κολλά πάνω σου", συνιστούν το πεδίο δράσης που αγκαλιάζει όλες τις πτυχές του παραληρηματικού κόσμου του Γκολιάτκιν.

Τα ερεθίσματα στο συγκεκριμένο σκηνικό σχεδίασμα γεννιούνται και αναπτύσσονται μέσα από τη κίνηση των σωμάτων στον χώρο και τη διάδραση τους με τα σκηνικά αντικείμενα. Καθοριστική είναι η παρουσία του Άρη Σερβετάλη. Ο ηθοποιός αξιοποιεί κι αναδεικνύει όλα τα εφόδια της πολυετούς ενασχόλησης του με το σωματικό θέατρο και φέρνει στη σκηνή έναν Γκολιάτκιν που φέρει όλη τη μελαγχολία ενός απομονωμένου και μελαγχολικού Σαρλώ. Αν και παραπάνω χαμηλότονος και ελλειπτικός στην εκφορά του λόγου, δίνει όλες τις πτυχές της συμπεριφοράς του χαρακτήρα (που απουσιάζουν από τη δραματουργική επεξεργασία) μέσα από τη λεπτομερή και ολοκληρωμένη κινησιολογική έκφραση του. Ξεκινώντας από την επαναληπτικότητα στη διαδικασία του ντυσίματος, την αγχωτική πρόβα για το πως θα χαιρετήσει έναν περαστικό και τη σπουδαία (τόσο σε σύλληψη όσο και σε εκτέλεση) χορογραφημένη σκηνή με τις δεκάδες καρέκλες και την προσπάθεια του χαρακτήρα να βρει τη θέση του στον χώρο και κατ' επέκταση στον κόσμο και καταλήγοντας στο φινάλε που ο Γκολιάτκιν παραδίδεται στον παραλογισμό και μετατρέπεται σε αχθοφόρο που κουβαλά στις πλάτες του όλες αυτές τις καρέκλες —ως άλλα βαρίδια μιας αφόρητης ζωής— ενώ ταυτόχρονα ακούει σε λούπα όλα τα "πρέπει" και τα "μη" μιας κανονικότητας που αυτός δεν μπορεί να ακολουθήσει. Ουσιαστική η συμβολή και των υπόλοιπων ηθοποιών του θιάσου (Συμεών Τσακίρης, Γιώργος Συμεωνίδης, Δρόσος Σκώτης, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης) που λειτουργούν ως φωνές στο μυαλό του Γκολιάτκιν.




Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: