Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Το κιβώτιο" (Αυλαία, 22/10), "Frozen" (Θέατρο Τ, από 3/11), "Ριχάρδος Β'" (Αριστοτέλειον, 15-19/11)

Ο Τζον Γκέι και η Όπερα του ζητιάνου

Leave a Comment
Ο Τζον Γκέι γεννήθηκε στο Ντέβον της Αγγλίας στις 30 Ιουνίου 1685. Σε ηλικία 10 ετών έμεινε ορφανός και την φροντίδα του ανέλαβε ο θείος του, αιδεσιμότατος John Hammer. Όταν τελείωσε την εκπαίδευση του στο Barnstable Grammar School, πήγε στο Λονδίνο για να μάθει την τέχνη της επεξεργασίας του μεταξιού, δίπλα σε έναν τεχνίτη. Πολύ σύντομα ο Γκέι εγκατέλειψε την τέχνη αυτή για να συνεργαστεί με τον Arthur Hill, που ήταν μάνατζερ μιας θεατρικής εταιρείας. Το 1712 ο Γκέι ήταν γραμματέας της δούκισσας του Monmouth.
Το 1713 δημοσίευσε το ποίημα Rural Sports, μια κωμική περιγραφή του κυνηγιού και της αλιείας, που το αφιέρωσε στον Αλεξάντερ Πόουπ, έναν σημαντικό ποιητή της εποχής. Ο Πόουπ εκτίμησε την πράξη αυτή και σύντομα ήρθε σε επαφή με τον Γκέι. Έγιναν φίλοι και συνεργάτες. Ο Γκέι γνώρισε και τον συγγραφέα Τζόναθαν Σουίφτ. Οι δύο αυτοί συγγραφείς ενθάρρυναν τον Γκέι να συνεχίσει το "ταξίδι" της γραφής και να δημοσιεύσει τα έργα του.
Ο Γκέι μελέτησε το έργο του Georg Frideric Hendel, του μεγαλύτερου συνθέτη όπερας της εποχής. Η αγάπη του για τη μουσική μεταφέρεται και στα έργα του, εντάσσοντας κάποιο είδος μουσικής σε πολλά από αυτά.[1]
Η μεγαλύτερη επιτυχία του Γκέι ήταν το έργο Η όπερα του ζητιάνου, που έκανε ντεμπούτο το 1728 στο Λονδίνο. Το έργο έσπασε όλα τα προηγούμενα ρεκόρ και παρουσιάστηκε περισσότερο από κάθε άλλο έργο κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Ο Γκέι χρησιμοποίησε τη μουσική και το διάλογο για να αναπτύξει την ιστορία του. Σαράντα μία από τις εξήντα εννέα μελωδίες προέρχονταν από μπαλάντες της εποχής. Τα άλλα κομμάτια τα είχε "δανειστεί" από σύγχρονους συνθέτες (συμπεριλαμβανομένου και του Χέντελ). Πάνω σε αυτές τις μελωδίες ο Γκέι έγραψε στίχους. Αντί να βασίσει την πλοκή του έργου του σε κάποιο μύθο, προτίμησε να γράψει μια ιστορία που επικεντρώνεται στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής: τους κλέφτες, τις πόρνες, τους ζητιάνους, τους δεσμοφύλακες, τους προαγωγούς, τους χαρτοπαίκτες. Ο κόσμος της Όπερας του ζητιάνου είναι σκληρός και αληθινός. Το τέλος είναι αισιόδοξο μόνο εξαιτίας της δημοφιλούς παραδοχής πως η όπερα πρέπει να τελειώνει ευχάριστα. Παρά τη σκληρή πραγματικότητα, το έργο είναι μια κωμωδία. 
Ο ζητιάνος του τίτλου είναι ο αφηγητής της ιστορίας. Αφηγείται την ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου μεταξύ του ληστή Μακήθ, της κόρης του κλεπταποδόχου του, Πόλυ Μήτσαμ και της Λούσυ Λόκιτ, κόρης του αστυνομικού διευθυντή της περιοχής. Ο κρυφός γάμος του Μακήθ και της Πόλυ θα γίνει αφορμή για να ξεσπάσει ένας ανελέητος πόλεμος συμφερόντων, με καρφώματα, λαδώματα και συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, γιατί στο μεταξύ ο Μακήθ είχε υποσχεθεί γάμο και στη Λούσυ Λόκιτ. Ο έρωτας των δύο κοριτσιών για τον Μακήθ θα τις φέρει αντιμέτωπες με τα σχέδια των γονιών τους. Για τους τελευταίους, ο συγκεκριμένος άντρας αξίζει περισσότερα νεκρός. Ποιος όμως θα επικρατήσει τελικά; Ο έρωτας ή το χρήμα;
Ο Γκέι έγραψε και το σήκουελ της Όπερας. Πρόκειται για το έργο Polly, στο οποίο ο Μακήθ φεύγει για τις Δυτικές Ινδίες και γίνεται πειρατής. Είναι μαζί με την Jenny Diver, την πόρνη που τον πρόδωσε στην Όπερα. Η Πόλυ πάει στις Δυτικές Ινδίες για να τον βρει. Στο τέλος του έργο ο Μακήθ εκτελείται και η Πόλυ παντρεύεται τον ινδό πρίγκιπα Cawwawkee. Το έργο δεν παρουσιάστηκε όσο ζούσε ο Γκέι, έπειτα από απαγόρευση του πρωθυπουργού Robert Walpole. O Walpole, που ήταν στο επίκεντρο της σάτιρας στην Όπερα, αντέδρασε με αυτό τον τρόπο στην νέα συγγραφική προσπάθεια του Γκέι.[2] 
Ο Γκέι έγραψε κι άλλα έργα, χωρίς όμως να φτάσει την επιτυχία της Όπερας. Το έργο παρουσιάστηκε σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο. Η έντονη θεατρικότητα του, σε συνδυασμό με την ευθύβολη κοινωνική κριτική που ασκεί, τράβηξε στα 1920 την προσοχή του Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως πρότυπο για τη δική του Όπερα της πεντάρας.[3]

Τώρα στη θεατρική σκηνή
Η όπερα του ζητιάνου του Τζον Γκέι, σε μετάφραση-διασκευή-σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή.
Η Όπερα του ζητιάνου είναι μια μουσική σατιρική κωμωδία των ηθών που επικρατούσαν στο μακρινό Λονδίνο των αρχών του 18ου αιώνα. Σήμερα πια θεωρείται έργο εμβληματικό, καθώς με αυτό εγκαινιάζεται, ως νέο μουσικοθεατρικό είδος, η λαϊκή όπερα (ballad opera).
Η παράσταση εστιάζει σε μια σύγχρονη προσέγγιση αυτού του κοινωνικού προβληματισμού.
Γιατί μπορεί οι ήρωές της να ανήκουν στο κοινωνικό περιθώριο, ωστόσο οι συμπεριφορές τους ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες άλλων κοινωνικών τάξεων, και δη των ανώτερων. Σήμερα μάλιστα που το χρήμα έχει πια αναχθεί στο απόλυτο αγαθό, στο μέσο που ανοίγει όλες τις πόρτες και καθορίζει την τιμή του καθενός, το θέμα του έργου αποκτά και απροσδόκητη επικαιρότητα.
Παράλληλα το είδος της ballad opera, με την έκδηλη θεατρικότητα και τους αδρούς χαρακτήρες της διαμορφώνει τους όρους για τη δημιουργία ενός λαϊκού θεάματος, όπου η θεατρική αλήθεια θα διασταυρώνεται με το θεατρικό παιχνίδι, η κωμωδία με το πάθος, η φαντασία με την πραγματικότητα και η πρόζα με τη ζωντανή μουσική, το τραγούδι και το χορό.

info: Μουσική Κώστας Βόμβολος, χορογραφία-κίνηση Ιωάννα Μήτσικα, σκηνικά Ευαγγελία Κιρκινέ, κοστούμια Μαρία Καραδελόγλου.
Παίζουν: Ειρήνη Αμπουμόγλι, Κυριάκος Δανιηλίδης, Άννα Ευθυμίου, Άννα Κυριακίδου, Κωσταντίνα Λάλλου, Πέτρος Παπαζήσης, Στέφανος Πίττας, Μιχάλης Συριόπουλος.
Μια παραγωγή της ομάδας Passatempo.
Στο θέατρο Αθήναιον από 26 Οκτωβρίου.
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: