Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Μια ξεχωριστή μέρα" (Αυλαία, από 8/12)

ΣΚΗΝΟΒΑΣΙΕΣ -- Κριτική θεάτρου: Το τρίτο στεφάνι

Leave a Comment
Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου
(28-12-2016)

Γράφει ο Κορνήλιος Ρουσάκης

"Το τρίτο στεφάνι" του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, στη Σκηνή Σωκράτης Καραντινός της Μονής Λαζαριστών (Θεσσαλονίκη)

Το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή —παραγνωρισμένο στην εποχή που γράφτηκε, δικαιολογημένα αποθεωμένο δεκαετίες αργότερα— αναπληρώνει εν μέρει το κενό που δημιουργεί η έλλειψη κραταιάς παράδοσης αστικού μυθιστορήματος στην ελληνική λογοτεχνία, κατά τα πρότυπα λόγου χάρη της μακραίωνης αγγλοσαξωνικής λογοτεχνικής σοδειάς. Διάσπαρτα εμβληματικά μυθιστορήματα-σημεία λογοτεχνικής και ιστορικής αναφοράς, υπάρχουν αρκετά. Πως να παραβλέψεις την αλληγορική διάσταση του "Κιβωτίου", την τριλογία του Τσίρκα, τον ορθολογισμό της γραφής του Χατζή, τον μοντερνισμό της Αξιώτη; Το μυθιστόρημα του Ταχτσή, όμως, δραπετεύει με τρόπο ακραιφνώς γοητευτικό από το "μέρος" για να προσεγγίσει το "όλον". Εφορμά —με έντονη αυτοαναφορική διάθεση και προσωπικό τόνο— από την ατομική πορεία ζωής της Εκάβης Λόγγου, μιας γυναίκας των παρυφών της μεσοαστικής τάξης, αποτυπώνοντας ουσιαστικά την πορεία ενός ολόκληρου έθνους, που παλινδρομεί και παραπαίει κινούμενο ανάμεσα σε διαρκείς πολεμικές συρράξεις, φτάνοντας από την κορυφή στον πάτο και τούμπαλιν.

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου χρησιμοποίησε, για την παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, τη θεατρική διασκευή του Σταμάτη Φασουλή και του Θανάση Νιάρχου. Η έντονη κινηματογραφική ροή της θεατρικής διασκευής —που καταγράφει επακριβώς, με τρόπο γραμμικό, το σύνολο σχεδόν της μυθιστορηματικής ύλης— αποτυπώνεται σκηνικά με τη ρηχότητα ενός υπερ-παιξίματος, που προσεγγίζει —σε αρκετά σημεία της τρίωρης παράστασης— την επιφανειακή εικόνα ενός τηλεοπτικού μελό. Ο σχεδόν διεκπεραιωτικός τρόπος με τον οποίο αποδίδονται οι δεκάδες, κατά κύριο λόγο, σύντομες σκηνές, η "κλισέ" διάθεση (στα όρια της καρικατούρας) με την οποία αποτυπώνονται ρόλοι όπως η υπερκινητική Ελένη, η κόρη της Εκάβης ή ο γραφικός μεθυσμένος άνδρα της και οι ανολοκλήρωτες προσπάθειες να δημιουργηθούν αυθεντικές σκηνές ρεαλιστικής έντασης μέσα από τις σκηνές βίας και χειροδικιών που αφθονούν στην παράσταση, ενισχύουν την εντύπωση της απουσίας μιας συνεκτικής σκηνικής πρότασης, την αίσθηση ότι η παράσταση έχει δημιουργηθεί για να προσφέρει στο κοινό αυτό που ενδεχομένως έχει συνηθίσει να βλέπει.

Η ερμηνεία της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, στον ρόλο της Εκάβης, δεν ξαφνιάζει ευχάριστα (ευτυχώς ούτε και δυσάρεστα). Η ηθοποιός κινείται στα γνώριμα υφολογικά κι εκφραστικά της μονοπάτια. Χρησιμοποιεί όλα τα ερμηνευτικά εργαλεία που διαθέτει στη φαρέτρα της, για να εκφράσει με άνεση, πειστικότητα και συνέπεια τις πολλαπλές διακυμάνσεις και μεταπτώσεις του χαρακτήρα κατά τη διάρκεια της παράστασης, τα αλλεπάλληλα περάσματα από το ζενίθ της αισιοδοξίας στο ναδίρ της απόγνωσης. Η Εκάβη της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου σου προσφέρει αυτό που περιμένεις να δεις πριν πας στο θέατρο. Η Εκάβη της έχει μια συγκεκριμένη, ιδιαίτερη και αξιομνημόνευτη ταυτότητα. Έχει έναν αξιοπρόσεκτο και εμφανώς δουλεμένο —νευρώδη και σαρκαστικό— τρόπο, που αποτυπώνει το διαρκές, ασταμάτητο πέρασμα της γυναίκας αυτής, από το "Δόξα τω Θεώ" στο "Βοήθα Παναγιά".

Από τον υπόλοιπο, πολυπληθή θίασο —που επιχειρεί εμφανώς να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της πολύωρης προσπάθειας— ξεχωρίζει το ερμηνευτικό δίπολο Θάλεια Σκαρλάτου-Μαρία Χατζηιωαννίδου, στον κοινό ρόλο της Νίνας. Οι δύο ηθοποιοί φωτίζουν εξαιρετικά, από δύο διαφορετικές ερμηνευτικές οδούς, τον ίδιο χαρακτήρα. Η σπιρτόζικη, φλύαρη και γραφική διάθεση της Νίνας (Σκαρλάτου), σε παράλληλη πορεία με μια πιο στιβαρή, αρχοντική Νίνα (Χατζηιωαννίδου), δημιουργούν έναν σύνθετο, ολοκληρωμένο θεατρικό "τύπο".
Ο Νικόλας Μαραγκόπουλος αναδεικνύει όλες τις πτυχές του τυχοδιωκτικού, αλήτικου τρόπου που κινείται ο Δημήτρης, ο γιος της Εκάβης —η σκηνή του δικαστηρίου είναι από τις καλύτερα οργανωμένες κι ερμηνευμένες σκηνές της παράστασης. Ερμηνευτικά γόνιμο υποκριτικό ταξίδι κάνει και η Μομώ Βλάχου, μέσα από την εξέλιξη του ρόλου της κλειστής και καταπιεσμένης Πολυξένης, ενώ η σπουδαία Έφη Δρόσου —με σημαντικότατη πολυετή παρουσία στο θέατρο της πόληςš— εδώ καταφέρνει (αν και παραγκωνισμένη, με σύντομη παρουσία) να ξεχωρίσει με το λεπτοδουλεμένο "ξέσπασμα" της θρησκόληπτης Ερασμίας που ερμηνεύει.

Οι σύνθετες σκηνογραφικές λύσεις που επίλεξε ο Γιώργος Πάτσας για να αποτυπώσει το σκηνικό σύμπαν του Ταχτσή —ένα διπάτος χώρος στο βάθος με κεκλιμένο δάπεδο στο ισόγειο και περιστροφικές σκηνές δεξιά κι αριστερά— λειτουργούν ευεργετικά για την παράσταση και για την απεικόνιση των δεκάδων χώρων, μέχρι το σημείο που αρχίζει η άμετρη χρήση των μηχανικών μέσων (ειδικά οι περιστροφικές γυρίζουν ασταμάτητα και όχι πάντα με ουσιαστικό σκηνικό λόγο) κι επέρχεται η κόπωση κι ο κορεσμός.Το σκηνικό ταμπλό συμπληρώνεται από το εικονικό περιβάλλον του Στάθη Μήτσιου. Δυσλειτουργικές κι άτονες εικόνες, στα όρια της προχειρότητας  —με μοναδική εξαίρεση τη μαγική απεικόνιση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, τη στιγμή της αποχώρησης του καραβιού, που κάνει τα σώματα των ηθοποιών να μοιάζουν με ολογράμματα!— που δεν έχουν καμία σχέση με τα οπτικά αριστουργήματα που έχει δημιουργήσει ο Μήτσιος στις σκηνές του Κρατικού και σε άλλες σκηνές




Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: