Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Κριτική θεάτρου: Σύντροφοι;

Leave a Comment
Της Γεωργίας Διάκου

Η παραφθορά της συν–βίωσης

"Σύντροφοι;" του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, σε σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή στο, Θέατρο Τόπος Αλλού (Αθήνα).

"Οι σύντροφοι" του Στρίντμπεργκ, έργο γραμμένο στα 1888, μιλά για την πάλη των φύλων, τα πάθη, τις επιθυμίες και την συμβίωση μεταξύ ενός ζευγαριού καλλιτεχνών. Ο Άξελ και η Μπέρτα ζουν και δημιουργούν στο Παρίσι. Όλα φαίνεται να κυλούν ομαλά στην συμβίωσή τους, καθώς όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο ήρωας, Άξελ, έχουν συμφωνήσει με την Μπέρτα να μην είναι ένα τυπικό ζευγάρι, μα σύντροφοι ο ένας για τον άλλο στην κοινή τους ζωή. Ωστόσο η αναγγελία του διαγωνισμού της Ανωτάτης Ακαδημίας Τεχνών αλλάζει τις ισορροπίες που φαινομενικά υπήρχαν μέχρι πρότινος. Η Μπέρτα παθιασμένη με την τέχνη και φεμινίστρια προτείνει στον Άξελ να ζωγραφίσουν από έναν πίνακα και να βάλουν τις υπογραφές τους ο ένας στο έργο του άλλου. Αυτό το "παιχνίδι" δημιουργεί μια σειρά από συμβάντα, τα οποία τρυπούν κατάσαρκα το σώμα της πραγματικότητάς τους, αποκαλύπτοντας τα κρυμμένα πάθη, σκέψεις και προσδοκίες του καθενός. Ο Στρίντμπεργκ έχει γράψει ένα έργο με έντονα τα στοιχεία του κοινωνικού φύλου, παραθέτοντας την δική του γνώμη για την γυναικεία ψυχοσύνθεση.

Ο σκηνοθέτης και μεταφραστής του έργου, Νίκος Καμτσής επιχειρεί να γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό ένα από τα άγνωστα έργα του Στρίντμπεργκ. Η σκηνοθεσία του είναι μια προσπάθεια να δοθεί στον θεατή η αίσθηση τόσο της τότε κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και του εσωτερικού κόσμου των δύο ηρώων που συμβολίζεται με το χώρο του σπιτιού. Το σπίτι αποτελεί το σημείο επαφής και συνύπαρξης του θηλυκού και του αρσενικού και εντός αυτού δύναται να εξωτερικευτεί η όποια αλήθεια διέπει το νόημα της μεταξύ τους σχέσης. Ωστόσο, η σκηνοθεσία αποτυγχάνει να προβάλει το ρεαλιστικό ύφος που έχει επιλέξει και η πλάστιγγα της παράστασης δεν κλίνει ούτε προς το δράμα ούτε προς την κωμωδία, μα προς ένα αμφίσημο είδος με δραματικά στοιχεία και στιγμές αστεϊσμού, δίχως να βρει πρόσφορο έδαφος το χιούμορ και η ειρωνεία του κειμένου. Έξι ηθοποιοί καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης καθισμένοι σε έξι ψηλές σκάλες μετέχουν στη δράση των δύο πρωταγωνιστών της Μπέρτα και του Άξελ δημιουργώντας σύγχυση στον θεατή, ο οποίος αδυνατεί να εστιάσει το βλέμμα του στο σκηνικό κάδρο. Η ροή χάνεται κατά την διάρκεια της παράστασης και η παρουσία όλων των ηθοποιών κάνει ακατάληπτη τη διαδοχή των σκηνών, δημιουργώντας ένα πλέγμα αισθητικής ανυπαρξίας. Σε συνδυασμό με την πομπώδη εκφορά του λόγου από τους περισσότερους ηθοποιούς δημιουργείται μια ατμόσφαιρα καλλιτεχνικής συμφόρησης, χωρίς κανέναν ευκρινή εννοιολογικό και υποκριτικό άξονα, κάνοντας παράλληλα την πολύ καλή ερμηνεία της Ειρήνης Μπαλτά στο ρόλο της Μπέρτα να χάνεται μέσα στην σκηνοθετική σύγχυση. 

Το σκηνικό και τα κοστούμια της Μίκας Πανάγου υπογραμμίζουν μια φολκλορική εικαστική σύνθεση, όπου επιχειρείται να αποδοθεί η ατμόσφαιρα της εποχής με ένα βεβιασμένο και παρωχημένο τρόπο ενδυμασίας των ηθοποιών. Οι σκάλες όπου κάθονται καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης οι ηθοποιοί φορτώνουν υπερβολικά το χώρο της σκηνής, δημιουργώντας μια εικόνα χαοτική στο βλέμμα του θεατή. Η μουσική του Χρήστου Ξενάκη που συνίσταται στην επανάληψη ενός κομματιού και στις ζωντανές φωνές δύο ηθοποιών μπαίνει ένθετα σε σκηνές του έργου δίχως να λειτουργεί υποστηρικτικά στο σύνολο. Ένα στοιχείο της παράστασης που ανέδειξε τα σημεία καμπής της δράσης ήταν ο φωτισμός του ίδιου του σκηνοθέτη και του Νικολάι Καμισέβ, όπου ειδικά στον καταληκτικό διάλογο της Μπέρτα και του Άξελ δημιουργούσε μια μυστηριακή ένταση.

Σημειώνοντας τις ερμηνείες στο σύνολό τους θα διακρίναμε μια ασύμβατη γραμμή από τον καθέναν ηθοποιό. Οι δευτερεύοντες ρόλοι των Νίκου Καραστέργιου, Μυρσίνης Μορέλλι, Ανδρέα Παπαγιαννάκη, Ασημένιας Παπαδοπούλου, Μαρκέλλας Στάμου, Αλεξάνδρας Χαραλαμπίδου διέπονταν από μια ερμηνευτική υπερβολή. Οι ρόλοι τους αποδίδονταν με ύφος πομπώδες, καθιστώντας τους ήρωές τους, μη ρεαλιστικούς και οργανικούς. Φαινόταν να καταβάλουν μια υπέρμετρη υποκριτική προσπάθεια, η οποία δεν έβρισκε τον άξονά της με το κοινό. Αντιθέτως ο Αγησίλαος Αλεξίου στο ρόλο του Άξελ χάρισε μια πιο φυσική ερμηνεία. Ο λόγος του εκφερόταν με φωνητική στρογγυλότητα υπογραμμίζοντας το νόημα του κειμένου, ενώ έγινε ξεκάθαρη η προσπάθεια να αποδοθεί ο τύπος του άνδρα καλλιτέχνη του 19ου αιώνα. Άξια λόγου είναι η πολύ καλή ερμηνεία (όπως προαναφέραμε) της Ειρήνης Μπαλτά, η οποία έκανε μια υπέρμετρη προσπάθεια να δημιουργήσει μια καλή παράσταση ολομόναχη. Με σθένος και υποκριτική αρτιότητα ερμήνευσε την επίδοξη νεαρή ζωγράφο που φλέγεται να ζήσει και να ερωτευτεί την τέχνη και τον ίδιο της τον εαυτό αποδίδοντας εις βάθος τις ψυχολογικές μεταπλάσεις του ρόλου της.

Συμπερασματικά επιθυμούμε να αναφέρουμε πως η παράσταση δεν επέτρεπε να δημιουργηθεί μια ξεκάθαρη στάση στο θεατή. Δεν του δινόταν η ευκαιρία να αντιληφθεί το νόημα του κειμένου και να ενεργήσει εσωτερικά προς μια προσωπική αφύπνιση. Αυτό κατά τη γνώμη μου οφείλεται και στο γεγονός πως το κείμενο με τον έντονα αντιφεμινιστικό του χαρακτήρα δύσκολα μπορεί να μας αποκαλύψει μια αλήθεια ή να εγείρει έναν προβληματισμό στο σήμερα. Απαιτείται τεράστιος κόπος τόσο από τη μεριά των καλλιτεχνών όσο και από των θεατών, ώστε να απεγκλωβιστεί κανείς από το αντιφεμινιστικό μένος του συγγραφέα και να μπορέσει να ανακαλύψει τις λεπτότερες υφές του κειμένου.



Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: