Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Κριτική θεάτρου: Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη

Leave a Comment
Ιστορίες θεατρικής φλυαρίας

Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, στο Βασιλικό Θέατρο.

Στο βραβευμένο μυθιστόρημά του ο Κοροβίνης αποτυπώνει με έναν λεπτομερή, γοητευτικό και έξοχα περιγραφικό τρόπο τη ζωή στην πόλη της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια των οδυνηρών μετακατοχικών και μετεμφυλιακών χρόνων. Αναδεικνύεται η Θεσσαλονίκη της ανέχειας, των φτωχών και των αστών, των παρακρατικών, του ζόφου, των κλειστών στομάτων, η νυχτερινή σκοτεινή, υγρή και μυστήρια Θεσσαλονίκη. Με λόγο πυκνό και ένα υλικό χαοτικό (σε ένα μυθιστόρημα μόλις 200 περίπου σελίδων), που κατανέμεται σε 9 αφηγητές-φιγούρες της εποχής, ξετυλίγεται ο βίος και η πολιτεία του Αριστείδη Παγκρατίδη που καταδικάστηκε ως ο «δράκος του Σέιχ Σου».
Ο Μαστοράκης, στο δύσκολο κομμάτι της θεατρικής διασκευής του μυθιστορήματος, επίλεξε κυρίως να διατηρήσει την μονολογική, αφηγηματική φόρμα του κειμένου και να τη διανθίσει σε αρκετά σημεία με διάλογο. Το δραματουργικό και σκηνοθετικό ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην ηθογραφική απεικόνιση της εποχής, ενώ η προσωπική ιστορία του Παγκρατίδη περιθωριοποιήθηκε και πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Στην τρίωρης διάρκειας παράσταση επιχειρείται μια προσπάθεια να φωτιστούν και να δικαιολογηθούν οι κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν ένα νεαρό παιδί στην εκτροπή, στον έκλυτο βίο.

Υπάρχουν άμεσες αναφορές στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Τα επεισόδια δίνουν τη θέση τους σε χορικά με δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα πρόσωπα των ηθοποιών έντονα βαμμένα, γκροτέσκα, σχεδόν τρομακτικά παραπέμπουν στις μάσκες του αρχαίου δράματος, το σκηνικό με τους λιτούς, μεγάλους τοίχους και η εκφορά του λόγου, δίνουν μια καθαρή, σκηνοθετική ταυτότητα. Η πρόθεση, όμως, για μια ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση χάνεται εξαιτίας της φλυαρίας, της επίπεδης αντιμετώπισης χαρακτήρων και δράσης και του αδύναμου δεύτερου μέρους με τον διάλογο της λαϊκής τραγουδίστριας και του τραβεστί που αναβιώνει επί σκηνής στιγμές κακής επιθεώρησης, κερδίζοντας εύκολα τα αμήχανα χαχανητά των θεατών. Οι χαρακτήρες, όπως παρουσιάζονται επί σκηνής, είναι χάρτινοι. Μεταφέρουν ένα συναίσθημα, δεν το ζουν. Δημιουργείται αδικαιολόγητα ένας φραγμός επικοινωνίας ανάμεσα σε σκηνή και πλατεία, ενώ το κείμενο προσφέρεται για το ακριβώς αντίθετο. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα είναι μια φλύαρη αφήγηση, αποστειρωμένη από κάθε συναίσθημα.
Στον θίασο υπάρχουν —ευτυχώς— έμπειροι ηθοποιοί από το δυναμικό του Κρατικού Θεάτρου, πραγματικοί καρατερίστες (Σπυρόπουλος, Ίτσιος, Ευταξόπουλος, Κορτσαρίδου, Παντελίδου, Γιαμαλή, Μπαξεβάνη, Σεϊμένης, Κολοβός). Ξεχωρίζει ο Γιάννης Σαμσιάρης, ως τραβεστί Λολό. Ξεπερνά επιδέξια τον κίνδυνο δημιουργίας μιας καρικατούρας και είναι απολαυστικός ακόμη και στις όποιες υπερβολές της ερμηνείας του. Ο καταληκτικός μονόλογός του, μέσα από τον οποίο «ξεπηδά» η φωνή και η ψυχή του Παγκρατίδη είναι η πιο δυνατή στιγμή μιας παράστασης που προσπαθώντας να φλερτάρει με το νεύρο και την ένταση, λιμνάζει στα στάσιμα νερά της επιφανειακής πόζας και της επαναληπτικότητας.

Κορνήλιος  Ρουσάκης





Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: