Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Υπόγειο" (Αυλαία, 23-26/9), "Προσωπική συμφωνία" (Κολοσσαίον, 25/9-6/10), "Ρένα" (Αριστοτέλειον, 27/9-6/10), "Οθέλλος" (Αμαλία, 2-13/10), "Οι 12 ένορκοι" (Αθήναιον, 4-5/10)

Κριτική θεάτρου: Τρελοβγενιώ

Leave a Comment
Κριτική θεάτρου: Τρελοβγενιώ
Του Κορνήλιου Ρουσάκη

"Η Τρελοβγενιώ" της Ινές Κανιατί, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη, στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.


Η Τρελοβγενιώ "ξεπήδησε" από τις σελίδες του μυθιστορήματος της Κανιατί και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή, πριν από μια δεκαετία. Το έργο στο πέρασμα των ετών, παρουσιάστηκε σε τρεις εκδοχές (η τρίτη είναι αυτή που παίζεται αυτές τις μέρες στη Θεσσαλονίκη), όλες σκηνοθετημένες από τον Γιάννη Αναστασάκη και με υποκριτικό στυλοβάτη τη Μαρία Τσιμά. Η τρίτη αυτή εκδοχή είναι ένας μονόλογος, μια αφήγηση των δεινών μιας γυναίκας που διέφερε από τη μάζα. Το πρωταρχικό στοιχείο που κάνει αυτόν τον μονόλογο να ξεχωρίζει από τους δεκάδες που κατακλύζουν τις θεατρικές σκηνές, είναι πως τα βάσανα της γυναίκας αυτής παρουσιάζονται μέσα από την τρυφερή και αθώα ματιά της κόρης της, μιας κόρης που μεγαλώνει σε ένα σκληρό, απρόσωπο περιβάλλον κάπου στην επαρχία. Η κόρη περιγράφει στιγμές από μια ζωή γεμάτη στίγματα και κοινωνική περιθωριοποίηση. Είναι νόθο παιδί που μεγαλώνει σε μια κλειστή κοινωνία. Όλα όμως είναι ειδωμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της νιότης, την επαφή με τα ζώα, τις βόλτες στη φύση, την επαφή με το χώμα και τη λάσπη. Όλα έχουν να κάνουν με τη σχεση με τη μάνα της, την Ευγενία, που όλοι φωνάζουν "Τρελοβγενιώ". Η Ευγενία δεν μιλάει πολύ, δεν είναι κοινωνική, θέλει μόνο να κάνει τη δουλειά της, στα χωράφια δεν τραγουδάει, δεν χορεύει, δεν λέει καλαμπούρια. Είναι ολιγόλογη και εσωστρεφής. Όλα αυτά αρκούν για να την περιθωριοποιήσουν. Η διαφορετική της στάση και συμπεριφορά την εξοβελίζει από τον μέσο όρο και την απομονώνει, της "φοράει" με ευκολία την ταμπέλα της τρελής. Έτσι η Ευγενία γίνεται "Τρελοβγενιώ".

Το έργο είναι μια σκληρή ιστορία ζωής, που μπολιάζεται με στιγμές τρυφερότητας. Μια τρυφερότητα που εκπορεύεται από το θαυμασμό που έχει η κόρη για τη μάνα της και από την ανάγκη να γίνει η "φωνή" της μάνας της. Η Μαρία γίνεται η "φωνή" της σιωπηλής Ευγενίας. Πρόκειται για μια μαρτυρία περιθωριοποίησης, μια περίγραφη του πόσο εύκολα μπορεί να αποκτηθεί ένα κοινωνικό στίγμα. Το έργο περιγράφει με ευκρίνεια και λόγο που σοκάρει με την απλότητά του, τον ανώριμο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται και περιθωριοποιούνται ακόμη και σήμερα (αν και έχουμε φτάσει στο σωτήριο έτος 2014!), όσοι θεωρούνται "διαφορετικοί". Η σκηνική δράση δεν οριοθετείται χρονικά, οπότε οι αναγωγές στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα γίνονται αβίαστα. Η ευκολία με την οποία απομονώνονται όσοι λοξοδρομούν από το σύνολο και από αυτά που θεωρούνται κοινώς αποδεκτά και παραδεκτά είναι αξιοσημείωτη. Η διαφορετικότητα των ανθρώπων ποινικοποιείται και στιγματίζεται, ενώ είναι (η θα έπρεπε να είναι) βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης: όλοι οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους. Ποιος είναι αυτός που ορίζει το "κανονικό";

Το έργο ευτυχεί πραγματικά στα σκηνοθετικά χέρια του Γιάννη Αναστασάκη. O σκηνοθέτης επιλέγει να αποφύγει τις μελοδραματικές ευκολίες και τις σκηνικές υπερβολές. Ο λόγος αποδίδεται "γυμνός", καθαρός, αφημένος στα "στιβαρά" υποκριτικά χέρια της έμπειρης Μαρίας Τσιμά. H ηθοποιός με μια μετρημένη, δουλεμένη και στη λεπτομέρεια ερμηνεία, με φωνή σταθερή και βλέμμα που "ψάχνει" διαρκώς το βλέμμα των θεατών και θέλει να "ενωθεί" με αυτό, μεταπηδά συνεχώς απο την τρυφερότητα στη σκληρότητα και ζωντανεύει επιτυχώς, στιγμές μιας ζωής που σπιλώνεται από κηλίδες βίας και στιγματίζεται από την απότομη ενηλικίωση. Μαζί της είναι και ο Γιάννης Καραμφίλης που αποδίδει καίρια όλους τους ανδρικούς χαρακτήρες που δέσποσαν στη ζωή των δύο γυναικών.

Για το τέλος αφησα δύο στιγμές που δίνουν το στίγμα της σκηνοθετικής και σκηνικής αφαίρεσης και λιτότητας, που δίνουν ένα συνολικό, ουσιαστικό θεατρικό αποτέλεσμα. Είναι η έναρξη με την ηχογραφημένη παιδική φωνή (της Χαράς Αναστασάκη) που διαβάζει τις πρώτες αράδες από το τετράδιο της ζωής της μικρής Μαρίας και το φινάλε με τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (σχεδιασμένους από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου) που δημιουργούν σκιές στον πίσω τοίχο του σκηνικού, σαν να αποτυπώνονται εκεί οι ψυχές των ηρώων.



Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: