Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Το κιβώτιο" (Αυλαία, 22/10), "Frozen" (Θέατρο Τ, από 3/11), "Ριχάρδος Β'" (Αριστοτέλειον, 15-19/11)

Κριτική θεάτρου: Το Τίμημα

Leave a Comment
Του Κορνήλιου Ρουσάκη

"Το Τίμημα" του Άρθουρ Μίλλερ, σε σκηνοθεσία Άσπας Καλλιάνη, στο Νέο Υπερώο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Στο "Τίμημα" (1968) ο Άρθουρ Μίλλερ στρέφει για άλλη μια φορά το βλέμμα του στην μικροαστική αμερικανική οικογένεια. Το έργο παρακολουθεί τη συνάντηση δύο αδελφών (ενος γιατρού και ενός αστυνομικού), έπειτα από μακρόχρονη παύση των επαφών τους, με αφορμή την πώληση επίπλων και αντικειμένων του πατρικού τους σπιτιού. Η έννοια του τιμήματος προβάλει εδώ δισυπόστατη: από τη μία το κυριολεκτικό τίμημα κοστολόγησης των υλικών αντικειμένων και από την άλλη το τίμημα που καλείται να πληρώσει κάποιος για τις επιλογές που κάνει ή που την τελευταία στιγμή διστάζει και δεν κάνει. Ο Μίλλερ τοποθετεί στο επίκεντρο τη σύγκρουση των δύο αντρών που συνοδεύεται από μια εμπάθεια που έχει τροφοδοτηθεί από επιλογές και πράξεις του παρελθόντος. Ο γιατρός έφυγε από το σπίτι για να κυνηγήσει το όνειρό του, ενώ ο (κατ' ανάγκη) αστυνομικός εγκατέλειψε το όνειρο των σπουδών και έμεινε πίσω για να φροντίζει τον γέρο πατέρα τους.

Η πλοκή του έργου αυτού είναι ενδεικτική της γραφής του Μίλλερ. Η διάψευση των ονείρων, η αποτυχία της διάκρισης, η συνύπαρξη με τον φόβο που κυριαρχούν στον υποδειγματικο "Θάνατο του εμποράκου" ή στο "Ήταν όλοι τους παιδιά μου", υπάρχουν και στο "Τίμημα". Με την διαφορά πως εδώ η διαγραφή των χαρακτήρων είναι πιο θολή, τα κίνητρα τους και οι πράξεις τους αμφιλεγόμενα και η ανάπτυξη της πλοκής προβληματική. Ο ψυχολογικός ρεαλισμός εκφράζεται μόνο με τις εξωτερικές (σωματικές και λεκτικές) συγκρούσεις των δύο βασικών χαρακτήρων. Σε αυτό το στοιχείο εμμένει και η σκηνοθετική ματιά της Άσπας Καλλιάνη. Η προσπάθεια για ένα ρεαλιστικό, κινηματογραφικό παίξιμο (με τους θεατές να περικυκλώνουν τη σκηνή από τρεις πλευρές) με πολλαπλές γωνίες εστίασης, χάνεται μέσα σε ένα βαρυφορτωμένο —σκηνικά και σκηνοθετικά— αποτέλεσμα. Το σκηνικό που δημιούργησε ο Γιώργος Γεωργίου είναι το αντίθετο αυτού που θα λέγαμε —χρησιμοποιώντας μια "πολυφορέμενη" λέξη της θεατρικής κριτικής— "λειτουργικό". Ένας σκηνικός χώρος υπερβολικά φορτωμένος με δεκάδες βαριά έπιπλα και αντικείμενα αντίκες, που δυσκολεύει εμφανώς την κίνηση των ηθοποιών και είναι ασύμβατος με την ασφυκτική σκηνή του Νέου Υπερώου. Όσο κι αν το έργο απαιτεί έναν χώρο γεμάτο με παλιά αντικείμενα, αυτή η "κατά γραμμα" σκηνική απεικόνιση ξεπερνά κάθε θεατρική προσδοκία.

Οι τέσσερις ηθοποιοί της παράστασης (Σταύρος Ζαλμάς, Στέλα Καζάζη, Αλέξανδρος Μούκανος, Χρήστος Σιμαρδάνης), υποδύονται ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τους φόβους του παρελθόντος, φόβους που είναι παρόντες και κραταιοί και στο σήμερα. Έχουν όλοι τους καλές, πειστικές στιγμές. Ξεχώρισα τον Χρήστο Σιμαρδάνη στον ρόλο του υπερήλικα εκτιμητή και έμπορου αντικειμένων που παρεισφρύει στις ζωές των τριών ανθρώπων κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Σιμαρδάνης δίνει μια ολοκληρωμένη ερμηνεία τόσο σωματικά (ιδιαίτερα δουλεμένη, αληθοφανής στάση σώματος, κίνηση και συμπεριφορά ενός ηλικιωμένου ανθρώπου), αλλά και εκφραστικά (με το εύστοχο πλασάρισμα της πικρόχολης, κωμικής ατάκας). Μια φιγούρα ενός εβραίου γέρου που ξεχωρίζει στο έργο του Μίλλερ και συνιστά την έννοια της ύλης που υπενθυμίζει διαρκώς την πρωτοκαθεδρία της σε έναν κόσμο που προσπαθεί να διαλύσει οτιδήποτε ιδεαλιστικό.

Κλείνοντας με μια "παραθεατρική" γκρίνια: θεωρώ απαράδεκτο να στήνεται μια παράσταση σε έναν χώρο που υπάρχουν διαζώματα δεξιά και αριστερά της σκηνής, με τέτοιο τρόπο που όσοι έχουν την ατυχία να καθίσουν σε αυτές τις θεσεις να επιβεβαιώνουν αυτό που λεγεται "ορατότης μηδέν" και να περνούν ένα βασανιστικό δίωρο, χωρίς να έχουν ενημερωθεί για αυτό από το ταμείο. Ο γράφων πλήρωσε κανονικά εισιτήριο και παρακολούθησε την παράσταση από την "ηρωική" θέση Β21, πως λέμε "κέντρο Ελενίτσα"; -το ακριβώς αντίθετο.



Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: