Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Κριτική θεάτρου: Παραλλαγές θανάτου

Leave a Comment
Η Ήβη Βασιλείου και η Δήμητρα Χριστοδούλου είδαν τις Παραλλαγές θανάτου του Γιον Φόσσε, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στο Θέατρο Πορεία.
Και οι δύο καταθέτουν την κριτική τους θέση για την παράσταση που αποτελεί την πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Χουβαρδά εκτός Εθνικού Θεάτρου.


Της Ήβης Βασιλείου


Το αξιόλογο Θέατρο Πορεία του Δημήτρη Τάρλοου συμπεριέλαβε φέτος στο καλλιτεχνικό του πρόγραμμα το έργο Παραλλαγές Θανάτου του Νορβηγού συγγραφέα Γιον Φόσσε. Πρόκειται για την πρώτη σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά, μετά την ολοκλήρωση της θητείας του στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου.

Το έργο αφορά στην αυτοκτονία μιας νεαρής κοπέλας. Ο θεατής παρακολουθεί την γέννηση, την ενηλικίωση και την πορεία της προς τον θάνατο, καθώς και τα υπαρξιακά προβλήματα και ερωτήματα που αυτός γεννά στους γονείς της. Ερωτήματα σχετικά με τη ζωή, την απώλεια, τη φθορά των σχέσεων και την επιρροή που ασκεί κάθε άνθρωπος σε όποιον περάσει από τη ζωή του. Παρατηρούμε τη μοναξιά, τη συνύπαρξη, την συνήθεια, τον έρωτα και τον θάνατο σε διάφορες παραλλαγές, όπως αυτός εμφανίζεται καθημερινά στις ζωές όλων μας.

Ο θεατής τοποθετείται στη θέση του ψυχρού παρατηρητή των γεγονότων. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί, ούτε προτίθεται να αιτιολογήσει συμπεριφορές και γεγονότα, αλλά αντίθετα τα παραθέτει ως έχουν, αφήνοντας και παροτρύνοντας κάθε θεατή να αφεθεί στον ειρμό της δικής του σκέψης και να καταλήξει όπου αυτή τον οδηγήσει. Ο ίδιος εξηγεί πως ο στόχος του είναι να αγγίξει τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής χωρίς να αναλύσει και να ασκήσει κριτική στους χαρακτήρες. Επιθυμεί να “αναδείξει το παράξενο πεδίο δυνάμεων ανάμεσά τους”.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Χουβαρδάς, αντλώντας έμπνευση τόσο από το ψυχρό κλίμα της Βόρειας Ευρώπης απ΄ όπου προέρχεται ο Φόσσε, όσο και από την ψυχρή παρατηρητικότητα που ο συγγραφέας επιθυμεί να επιβάλει στους θεατές, δημιούργησε ένα ιδιοφυές σκηνικό όπου δεσπόζει ο πάγος και το λευκό χρώμα. Ο πάγος, πάνω στον οποίο άλλοτε πατινάρουν και άλλοτε ακροβατούν χάνοντας την ισορροπία τους οι ηθοποιοί, σχηματοποιεί ιδανικά, αφενός τον εύθραυστο ψυχικό κόσμο του νεαρού κοριτσιού και αφετέρου την νεότητα που συνεπάγεται την ύπαρξη της τόλμης και της ελπίδας ως προνόμια των νέων ανθρώπων που δεν έχουν απογοητευτεί ή διαψευσθεί. Η γενικότερη προσέγγιση του έργου αποτέλεσε μια επιστροφή του Γιάννη Χουβαρδά στο σκηνοθετικό στυλ που καθόρισε την πορεία του στο Θέατρο Αμόρε, η οποία συνέπεσε με την επιστροφή του στα έργα του Φόσσε. Το σκηνικό επιμελήθηκε η Μάρω Μιχαλακάκου και τα κοστούμια η Ιωάννα Τσάμη. Την μετάφραση του έργου ανέλαβε η Έρι Κύργια, ενισχύοντας την επιβλητική ατμόσφαιρα.

Τον πατέρα σε ώριμη ηλικία υποδύθηκε με βάθος και συναίσθημα ο πάντα συγκινητικός Νίκος Καραθάνος, ενώ τον ρόλο σε νεαρή ηλικία επωμίστηκε ο Γιάννος Περλέγκας που δεν κατάφερε να πείσει για την ειλικρίνειά του. Αντίστοιχα, την μητέρα σε ώριμη ηλικία υποδύθηκε η Λυδία Φωτοπούλου και σε νεαρή η Μαρία Πρωτόπαπα, η οποία κατόρθωσε να αποδώσει με ακρίβεια τις εναλλαγές των συναισθημάτων του χαρακτήρα. Τον ρόλο της κόρης ανέλαβε η Άλκηστις Πουλοπούλου, χρησιμοποιώντας τις υποκριτικές της τεχνικές προς όφελος της παράστασης. Τον ιδιαίτερο ρόλο του φίλου της, υποδύθηκε ο Χρίστος Λούλης που κινήθηκε στη σκηνή με υποδειγματική άνεση.

Η παράσταση, αποτελεί μια σπουδή πάνω στον θάνατο και στις διάφορες μορφές που αυτός παίρνει στην καθημερινή μας ζωή. Βλέπουμε τον θάνατο σε συνάρτηση με την καθημερινότητα, τον έρωτα και την ωρίμανση. Στην πορεία του έργου θίγονται θέματα που μας απασχολούν όλους και ερωτήματα που βασανίζουν, συχνά χωρίς να έχουν απαντήσεις, για να καταλήξουμε τελικά στο ανακουφιστικό συμπέρασμα πως είμαστε άνθρωποι που έρχονται αντιμέτωποι με γεγονότα που απλώς συμβαίνουν. Όχι γιατί είμαστε καλοί ή κακοί, αλλά γιατί έτσι είναι η ζωή.


Της Δήμητρας Χριστοδούλου

Ο χώρος:
Ένα μαύρο κάδρο με μια άσπρη, μαρμάρινη, παγωμένη πίστα στο κέντρο, κι από πάνω ένας διάδρομος, το λίγο πιο πάνω μας, που ζει και περιμένει και παραμονεύει ο θάνατος, ο άγνωστος, ο φόβος, η λύτρωση. Στο βάθος ένα πιάνο και δίπλα του μια ηλεκτρική κιθάρα. Αριστερά, μια μαύρη σκάλα που οδηγεί στον πάνω διάδρομο, στον έξω ή στον κάτω κόσμο, στο πέρα από το τώρα. Από κει έρχονται και φεύγουν τα πρόσωπα του παρελθόντος, οι ζωές τους, οι μνήμες τους, που έρχονται και φεύγουν "ποτέ ξανά" και "πάντα ξανά".
Αυτό είναι το σκηνικό, το τοπίο, που αντικρύζεις κάποια λεπτά πριν τα πρόσωπα. Χωρίς κανέναν ήχο, καμιά παρεμβολή. Μια σκακιέρα για άσπρους μόνο αξιωματικούς, μια ταφόπλακα, ένα πεδίο πεσόντων. Και σιωπή…

Τα πρόσωπα:
Η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα (Λυδία Φωτοπούλου) και ο μεγαλύτερος σε ηλικία άντρας (Νίκος Καραθάνος). Άσπρα αδιάβροχα, γαλότσες, άσπρα μαλλιά κα πάλι σιωπή. Ερωτηματικά, αναμνήσεις, ειρωνικά χαμόγελα, πικραμένα χαμόγελα, ενοχικά χαμόγελα και σιωπή. Τρυφερότητα και απέχθεια, άσκηση για το τώρα, κριτική για το πριν, αποφάσεις για το μετά. Με τις συγκρούσεις και τις κοινές συνισταμένες. Πρόσωπα σκυφτά, φοβισμένα, απελπισμένα, μόνα, χαμένα στις ζωές τους. Ποιες ζωές; Τους ένωσε κάτι κοινό. Και τους έφερε απέναντι σε όλα….
Η νεότερη σε ηλικία γυναίκα (Μαρία Πρωτόπαππα) και ο νεότερος σε ηλικία άντρας (Γιάννος Περλέγκας), έρχονται για να θυμηθούν και να μας θυμίσουν ότι όλα είναι εδώ συνέχεια, όλα άλλαξαν και τίποτα ταυτόχρονα. Ο χρόνος γίνεται άχρονος, όπως υπάρχει στο μυαλό και στις ψυχή μας κάποιες ιδιαίτερες στιγμές. Ο χρόνος δεν έχει ροή όταν κάτι συνταρακτικό συμβαίνει.
Από πάνω ο θάνατος (Χρήστος Λούλης), περιμένει, παρακολουθεί και περιμένει. Κρυώνει, είναι εκεί πάντα, παρακολουθεί και περιμένει. Και μετά η κόρη (Άλκηστις Πουλοπούλου), έτσι όπως τη θυμούνται, περίπου όπως τη θυμούνται. Κι αυτός, εκεί, τη συναντάει, μιλάνε, ερωτεύονται. Ό,τι δεν βρήκε στο εδώ, σ’ αυτούς, το βρήκε στο εκεί, σ’εκείνον. Κι αυτός ήταν έτοιμος να της τα δώσει όλα. Σαν να την περίμενε χρόνια. Σαν κι αυτή να τον περίμενε "όλα της τα χρόνια".

Ο λόγος:
Ποιητικός, εξαίσιος λόγος και έτσι ειπωμένος. Η μετάφραση —και η επιμέλεια του εξαιρετικού προγράμματος— είναι της Έρις Κύργια. Έχω ξανααναφερθεί στο όνομά της και στη δουλειά της και στο Cabaret, και πραγματικά κάθε φορά με εκπλήσσει και περισσότερο η γνώση και η συνέπεια στη δουλειά της.

Η σκηνοθεσία:
Κατά τη γνώμη μου η καλύτερη ως τώρα παράσταση του Χουβαρδά, που μαζί με όλους τους συνεργάτες του βρέθηκαν σε μια μοναδική συγκυρία. Θέατρο, πραγματικά.



Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: