Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Κριτική θεάτρου: Το χέρι, του Τιμ Κράουτς

Leave a Comment
Το σώμα ως έκθεμα

Το χέρι του Τιμ Κράουτς, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Έλενας Πέγκα.

"Θα κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να πεθάνω". Αυτή είναι η πρώτη φράση στο έργο του Κράουτς. Είναι η πρώτη προσπάθεια ενός νεαρού αγοριού (στην ελληνική παράσταση η Έλενα Πέγκα μετατρέπει τον χαρακτήρα σε γυναίκα) να επιδοθεί σε μια άσκηση υπεροχής, μια πράξη αυτοκυριαρχίας. Θα ακολουθήσουν κι άλλες αντίστοιχες πράξεις —ακραίες ίσως για εμάς, επιβεβλημένες για εκείνο— με αποκορύφωμα την ανύψωση του χεριού του και τη διατήρηση του σε αυτή την όρθια θέση για πάντα! Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στο έργο του Κράουτς είναι η δημιουργία ατμόσφαιρας και φόρτισης, χωρίς να υπάρχει εκβιασμός του συναισθήματος, ούτε ιδιαίτερη κλιμάκωση της έντασης. Δημιουργείται η εντύπωση πως πρόκειται για το χρονικό μια αληθινής ιστορίας, ενώ πρόκειται καθαρά για ένα προϊόν μυθοπλασίας. Ενώ πρόκειται για έναν μονόλογο όπως εκατοντάδες άλλους, μια αφήγηση στιγμών από το παρελθόν ενός χαρακτήρα, ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο δείγμα σύγχρονης γραφής και αφήγησης, μια ενδιαφέρουσα δραματική φόρμα. Το κείμενο καταγράφει την πορεία ζωής του παιδιού με το σηκωμένο χέρι, αφιερώνοντας περίπου δύο λεπτά για κάθε ένα από τα τριάντα χρόνια, από το 1976 που σε ηλικία 10 ετών αποφάσισε να σηκώσει το χέρι, μέχρι το 2006 που πεθαίνει στην Αμερική. Η φόρμα του κειμένου από τα πρώτα λεπτά ξαφνιάζει το θεατή, αφού τον κάνει συμμέτοχο χωρίς να υπάρχει η συνηθισμένη και "πολυφορεμένη" τελευταία στα θεατρικά δρώμενα, διαδραστικότητα. Καταγράφεται με πολύ ευκρινή και εύσχημο τρόπο η πορεία ενός ανθρώπου από την ανάγκη και την προσπάθεια του να αυτοπροσδιοριστεί και να υπάρξει ως την πλήρη εκμετάλλευση και την εκμηδένιση της προσωπικότητας του . Η πράξη του παιδιού αυτού, που μοιάζει με ακραίο παιδικό παιχνίδι ή στοίχημα με τον εαυτό του, αντιμετωπίζεται ως εκδήλωση ψυχασθένειας. Ο γονείς του απευθύνονται σε ψυχολόγο, το κλείνουν σε ίδρυμα με παιδιά με παρόμοιες αποκλίνουσες συμπεριφορές, χωρίς να μπουν καν στον κόπο να συζητήσουν μαζί του. Ξαφνικά το "παιδί με το σηκωμένο χέρι" γίνεται παγκόσμιο trend, ένα σήμα κατατεθέν, ένα σύμβολο που προκαλεί εκδηλώσεις βίας, ένα προϊόν που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για εικαστικές εκθέσεις, ένα μέσο για πλουτισμό. Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει κανένα δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και μετά το θάνατό του το χέρι του —που στο μεταξύ έχει ήδη σαπίσει και καταστραφεί από την πολυετή ακινησία— θα ανήκει στον καλλιτεχνικό του ατζέντη.
Το έργο θέτει —πολύ συχνά και με έντονο χιούμορ που υπάρχει και στην πολύ καλή ελληνική μετάφραση— ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της τέχνης και του σώματος ως έκθεμα, αλλά και με την ύπαρξη και την επιβίωση του διαφορετικού.
Η Έλενα Πέγκα που σκηνοθέτησε την παράσταση έκανε μια "καθαρή" θεατρική πρόταση, με χρήση συμβόλων και ευρημάτων, που δίνει την αίσθηση του χειροποίητου. Η σκηνοθετική γραμμή έχει σαν στόχο να νιώσει ο θεατής από την πρώτη στιγμή που μπαίνει στην θεατρική αίθουσα σαν να βρίσκεται στο σπίτι του κοριτσιού για να ακούσει την ιστορία του. Αυτό επιτυγχάνεται σε σημαντικό βαθμό. Η Έλενα Πέγκα καταργεί την απόσταση ανάμεσα σε ηθοποιό και θεατή, σπάει τις θεατρικές συμβάσεις. Η ηθοποιός (τον ρόλο ερμηνεύει η Θεοδώρα Τζήμου) δίνει την εντολή να ανάψουν ή να σβήσουν τα φώτα, βάζει η ίδια τις μουσικές και τα βίντεο, μετακινεί τα σκηνικά αντικείμενα για να δημιουργήσει εικόνες, αλλάζει τις λάμπες για να προκαλέσει φωτιστικά εφέ, κινείται σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές, γράφει με κιμωλία στον τοίχο φράσεις που περιγράφουν τραγικά περιστατικά της ζωής της όπως το θάνατο της μητέρας της μια παραμονή Χριστουγέννων ή τη βία που άσκησαν πάνω της οι γονείς συμμαθητών της. Η κατάργηση των θεατρικών συμβάσεων δεν λειτουργεί καθόλου εις βάρος της θεατρικότητας. Επιτείνει, αντιθέτως, ακόμη περισσότερο την φαντασία του θεατή και την συμμετοχή του στα επί σκηνής τεκταινόμενα.
Σκόπιμα αφήνω για το τέλος την ερμηνεία της Θεοδώρας Τζήμου, αυτής της ηθοποιού που καταφέρνει να αποδώσει με επιτυχία την κλίμακα των διακυμάνσεων που υπάρχει στη ζωή αυτού του προσώπου. Από την παιδική αφέλεια και το πονηρό χαμόγελο, μέχρι την πλήρη αποσάθρωση της προσωπικότητας της που ακολουθεί την αντίστοιχη αποσύνθεση του χεριού. Η ηθοποιός σαρώνει τον περιορισμένο σκηνικό χώρο της περφόρμανς (στο θέατρο Αυλαία της Θεσσαλονίκης που παρακολούθησα την παράσταση χρησιμοποιείται ο χώρος του προσκηνίου, ενώ στο θέατρο του Νέου Κόσμου στην Αθήνα που στήθηκε η παράσταση, ο μικρός χώρος του Δώματος), και στα εξήντα λεπτά της παράστασης κερδίζει απανωτά στοιχήματα. Από την πρώτη στιγμή που συναντά τα βλέμματα των θεατών καθώς τους περιμένει όταν αυτοί εισέρχονται στην αίθουσα, αλλά και στη συνέχεια αφού στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης τα φώτα της πλατείας του θεάτρου είναι ανοιχτά και λίγο αργότερα στη "μεγάλη σιωπή", στην παύση που διαρκεί αρκετά λεπτά και που η Τζήμου χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα της σωστής παύσης στη θεατρική πράξη. Το αποκορύφωμα είναι η τελευταία εικόνα της παράστασης όπου η γυναίκα περιγράφει τους όρους του συμβολαίου που έχει υπογράψει και αναδεικνύει την απόλυτη εκμετάλλευση της ως ανθρώπινη ύπαρξη. Ο αποστασιοποιημένος και ψυχρός τρόπος που χρησιμοποιεί η ηθοποιός για να περιγράψει αυτές τις ταπεινωτικές στιγμές, σαν να διαβάζει τη λίστα με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ ή τις πληροφορίες καταλόγου, είναι πιο καθηλωτικός από ότι αν έπαιζε με ένταση και στόχο την πρόκληση συναισθήματος.
Κορνήλιος Ρουσάκης
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: