Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γυάλινος κόσμος" (Θέατρο Τ, από 25/12), "Ο πατέρας του Άμλετ" (Αθήναιον, από 25/12)

Κριτική θεάτρου: Κόκκινο του Τζον Λόγκαν

Leave a Comment
 Το κόκκινο που καταπίνει το μαύρο

Κόκκινο του Τζον Λόγκαν σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, στο θέατρο Αυλαία.

«Χρειαζόμαστε την τέχνη, για να μη μας σκοτώσει η αλήθεια», διαπίστωνε εύστοχα ο Γκόγια. Η φράση που ακούγεται στο έργο του Λόγκαν δια στόματος του ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο, αποκτά μια ιδιαίτερη δυναμική σε καιρούς χαλεπούς όπως αυτούς που βιώνουμε. Στο έργο του Λόγκαν με αφετηρία την επαγγελματική συνύπαρξη του εξπρεσιονιστή ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο (1903-1970) με τον νεαρό βοηθό του, θίγονται ζητήματα όπως η χρήση της τέχνης ως καταναλωτικό προϊόν, η εμπορευματοποίηση του ταλέντου και η αναγκαιότητα ή μη για δημοφιλή καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Το κείμενο του Λόγκαν είναι περιεκτικό, κινούμενο σε δύο άξονες. Από τη μια πλευρά το «ψυχολογικό» μέρος που ανατέμνει τη σχέση των δύο προσώπων, την πορεία του απαίδευτου, άπειρου βοηθού Κεν προς τη γνώση και ταυτόχρονα το «ξεγύμνωμα» που κάνει ο ίδιος στον φορέα της προηγούμενης γενιάς, που είναι ο Ρόθκο. Σύμφωνα με το ζωγράφο μια γενιά που δεν στοχεύει στο υψηλό της τέχνης δεν μπορεί να σταθεί ούτε στη σκιά της προηγούμενης γενιάς. Μια παλλόμενη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο γενιές που εύστοχα αποτυπώνεται στο έργο με τη φράση που χρησιμοποιεί ο Ρόθκο: «το παιδί πρέπει να «σκοτώνει» τον πατέρα προκειμένου να απελευθερωθεί και να αναπτυχθεί αυτόνομα».
             Απέναντι στην «πρακτική» θεματολογική πλευρά, στέκεται ένα θεωρητικό πλέγμα σκέψεων. Το έργο θέτει ερωτήματα, παραθέτοντας παράλληλα αλήθειες σχετικά με ζητήματα όπως τα κριτήρια επιλογής ενός έργου τέχνης σε εποχές καλλιτεχνικής υπερπροσφοράς ή την αντιμετώπιση της τέχνης ως μέσο προβολής ενός κίβδηλου life style μιας κατά βάθος αμόρφωτης, νέας τάξης νεόπλουτων. Μια τέχνη που αντιμετωπίζεται σαν καταναλωτικό προϊόν, αποτελεί το θέμα ενός έργου που παρουσιάζεται σε μια εποχή κρίσης αξιών, σε μια περίοδο που ο καταναλωτισμός πνέει τα λοίσθια.
            Ο Σταμάτης Φασουλής έχει ένα σταθερό κοινό που τον ακολουθεί και ο ίδιος, μάλλον, φροντίζει να φέρνει τα έργα στα μέτρα του κοινού αυτού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αυτό το κείμενο υπάρχει σε μεγάλο βαθμό μια υπονόμευση αφού οι αλήθειες που θίγονται επί σκηνής και αφορούν την πρόσληψη, την απαξίωση και την εμπορευματοποίηση της τέχνης, «στοχοποιούν» και έχουν ως τελικό αποδέκτη μεγάλο μέρος του κοινού που παρακολουθεί το είδος του αστικού θεάτρου που υπηρετεί ο Φασουλής. Η σκηνοθετική ματιά του Φασουλή ακολουθεί την κλιμακούμενη ένταση που υπάρχει στο κείμενο, αναδεικνύοντας την αντίστροφη πορεία στις ζωές των δύο χαρακτήρων. Ο νεαρός βοηθός καταφέρνει να επιβληθεί κάνοντας μια πορεία προς το φως, επισημαίνοντας στον ίδιο το Ρόθκο το πόσο φθαρμένη είναι η ιδεολογία του, ενώ ο Ρόθκο από υπεροπτικός δημιουργός γίνεται αυτός που παρακινεί τον νεαρό να «σκοτώσει» το παλιό και να δημιουργήσει.
            Οι δύο ρόλοι που υποδύονται ο Φασουλής και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος κινούνται σε έναν δραματουργικό ιστό που στηρίζεται σε μια προσωπική σύγκρουση που έχει όμως ένα ισχυρό δραματουργικό υπόβαθρο: την τέχνη. Προσπερνώντας το αρχικό παίξιμο πόζας του Φασουλή και τη χαρακτηριστική γκριμάτσα με τα γουρλωμένα μάτια που κουβαλά σε αρκετούς ρόλους ο Παπασπηλιόπουλος, οι δυο τους πετυχαίνουν έξοχες στιγμές σκηνικής συνδιαλλαγής. Αποκορύφωμα η στιγμή όπου ο νεαρός Κεν «επαναστατεί» και φέρνει το Ρόθκο αντιμέτωπο με την εμπορευματοποίηση του ταλέντου του, αφού δημιουργεί πίνακες για σάλες εστιατορίων και κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα τόσο σθεναρά υποστήριζε ο δημιουργός. Ο Ρόθκο βρίσκεται καθισμένος σε μια πολυθρόνα απέναντι από των μεγάλων διαστάσεων κόκκινο πίνακα που έχει δημιουργήσει (ο Ρόθκο είχε καλλιτεχνική εμμονή με το κόκκινο χρώμα που παραπέμπει σε διαφορετικές αποχρώσεις του αίματος).
            Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου συμβάλλουν στη δημιουργία της σκοτεινής ατμόσφαιρας που παραπέμπει στο ατελιέ του ιδιόρρυθμου εξπρεσιονιστή ζωγράφου.
Κορνήλιος Ρουσάκης

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: