Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Το κιβώτιο" (Αυλαία, 22/10), "Frozen" (Θέατρο Τ, από 3/11), "Ριχάρδος Β'" (Αριστοτέλειον, 15-19/11)

Κριτική θεάτρου: Η θεία κι εγώ του Μόρις Πάνιτς

Leave a Comment
Τα χρόνια που φύγαν…

            Ο ιδιόρρυθμος ανιψιός φτάνει με μοναδικό εφόδιο ένα βαλιτσάκι στο σπίτι της θείας του. Στο έργο του καναδού Μόρις Πάνιτς, Η θεία κι εγώ, στο επίκεντρο βρίσκεται μια «αναγκαστική» συμβίωση. Ο ανιψιός πιστεύοντας πως η θεία του πρόκειται να πεθάνει, αποφασίζει να έρθει να τη βρει —με το βλέμμα στραμμένο στα υλικά οφέλη που μπορεί να αποκομίσει μετά το θάνατό της— ενώ έχουν να συναντηθούν πάρα πολλά χρόνια. Η πρώτη τους επαφή είναι αμήχανη, η συγκατοίκηση τους προβληματική.
           Μέσα από το κείμενο ξεδιπλώνονται πτυχές από τις καθημερινές στιγμές των χαρακτήρων, ενώ έρχονται στο φως ιστορίες από το παρελθόν που δίνουν κάποια ψήγματα πληροφοριών για να συμπληρωθεί το παζλ της προσωπικότητας των χαρακτήρων. Το έργο είναι γραμμένο σε μια ιδιαίτερη φόρμα: μονόλογος του ανιψιού στα δύο τρίτα του κειμένου και περιορισμός του διαλογικού μέρους στο τελευταίο τμήμα του κειμένου.
            Στο τμήμα αυτό αναδεικνύεται και η σκηνοθετική άποψη του Πέτρου Ζούλια. Το κείμενο είναι εφοδιασμένο με μια σημαντική ανατροπή που ο Ζούλιας εκμεταλλεύεται για να αναδείξει την ιδιότυπη σχέση (;) που ενώνει τους δύο χαρακτήρες. Μια σειρά από εικόνες υψηλής αισθητικής (όπως η αποτύπωση της αλλαγής των εποχών μέσα από τις «μεταμορφώσεις» ενός δέντρου που υπάρχει στο πίσω μέρος του σκηνικού χώρου που σχεδίασε η Αναστασία Αρσένη), δίνουν μια ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά που απομακρύνει το έργο από την οπτική ενός χιλιοπαιγμένου οικογενειακού μελό. Η σκηνοθεσία του Ζούλια φτάνει μέχρι ένα ορισμένο σημείο, χωρίς να εξαντλεί ούτε τις δυνατότητες των ηθοποιών και την μεταξύ τους αλληλεπίδραση ούτε τις δυναμικές που φαίνεται πως κρύβει το κείμενο. Γιατί όσο κι αν φαίνεται ανυπόστατο σε μια πρώτη προσέγγιση, ένα έργο που αναφέρεται σε έναν αποξενωμένο μεσήλικα που σταματάει τα πάντα στη ζωή του για να ζήσει με μια ηλικιωμένη συγγενή του που δεν τους ενώνει τίποτα, κρύβει ένα ισχυρό πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα σχετικά με τους ανθρώπους που θεωρούνται απόμαχοι και οδηγούνται στην απομόνωση από ένα σύστημα που πλέον δεν τους έχει ανάγκη. Αυτό στην παράσταση δεν αναδεικνύεται αρκετά. Υπάρχουν, παρόλα αυτά, όμορφα δοσμένες στιγμές (βαθιά ανθρώπινη, σχεδόν σπαρακτική η στιγμή που ο ανιψιός κάνει πρόβα για το πως θα δώσει ένα χάδι, κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν), που δεν χρειάζεται να ενισχύονται από φορτισμένες μουσικές που φέρνουν ένα εύκολο δάκρυ, όπως γίνεται κατά κόρον στην παράσταση.

            Αξίζει κάποιος να κατέβει τα σκαλιά του «Αριστοτέλειον» για να παρακολουθήσει την ερμηνεία της Μπέτυ Βαλάση. Τι κι αν στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης δεν αρθρώνει λέξη; Οι μορφασμοί, οι συσπάσεις του προσώπου, η εκφραστική της δυναμική, η απόγνωση στα μάτια και η παιδικότητα (που απαιτεί σε σημεία ο ρόλος) στην κίνηση και στην έκφραση αποσπούν το βλέμμα και την προσοχή ακόμη και κατά τη διάρκεια του μονολόγου που έχει επωμιστεί ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης. Με ένα λόγο που ρέει ασταμάτητα και ακροβατεί ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα, ο Χατζηπαναγιώτης καταφέρνει να αποτυπώσει την επί σκηνής παρουσίαση ενός χαρακτήρα κυνικού, εριστικού και ιδιόρρυθμου. Κάποια προβλήματα άρθρωσης που επιτείνονται μέσα στον χειμαρρώδη λόγο, ίσως θα ήταν καλύτερο να φροντιστούν, καθώς χάνεται μέρος του νοήματος του λόγου.
            Πρόκειται για μια παράσταση που απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό, φτιαγμένη για να συγκινήσει όποιον αφεθεί σε αυτήν.
Κορνήλιος Ρουσάκης
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: