Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Το κιβώτιο" (Αυλαία, 22/10), "Frozen" (Θέατρο Τ, από 3/11), "Ριχάρδος Β'" (Αριστοτέλειον, 15-19/11)

Κριτική θεάτρου: Ο Μουνής

Leave a Comment
Του Κορνήλιου Ρουσάκη

Ο χορός των τεράτων

"Ο Μουνής" της Λένας Κιτσοπούλου, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, στο Θέατρο Αυλαία.

Κάπου στην ελληνική επαρχία. Άνθρωποι στα άκρα, βίαιοι ανθρωποφάγοι, θύτες και θύματα, χαστούκια πίσω από κλειστές πόρτες, "τίνος είναι βρε γυναίκα το παιδί;", αμφισβητήσεις που γεννούν εκρήξεις, πράξεις απαλλαγμένες από σκέψεις κι αποστειρωμένες από τύψεις, αγάπη που ανθίζει απ' το μίσος. Το λογοτεχνικό σύμπαν της Λένας Κιτσοπούλου, ζοφερό κι αιρετικό, κινείται γύρω απ' τις κλειστές πόρτες, εκεί όπου ευδοκιμεί η ενδοοικογενειακή βία και η συναισθηματική απονέκρωση και στα κομμωτήρια όπου συντελείται η κρίση και η καταδίκη των θυτών (εν μέσω ατέρμονου κουτσομπολιού και ξεφυλλίσματος άπειρων περιοδικών ποικίλης ύλης) και η κάθαρση των σχολιαστών που χαχανίζουν ανέμελοι για αυτά που συμβαίνουν στους άλλους, μακριά από τα δικά τους σπίτια.

Το διήγημα "Ο Μουνής", ανοίγει τη συλλογή διηγημάτων της Κιτσοπούλου, "Μεγάλοι δρόμοι" και αποτελεί το θεατρικό κείμενο για την ομώνυμη παράσταση της ομάδας 4frontal. Τα γνώριμα εκφραστικά της μέσα, όπως η βωμολοχία, η προφορικότητα του λόγου, η splatter διάθεση που σφίγγει το στομάχι και προκαλεί αηδία, που κάνουν αρκετούς να την αγαπούν και άλλους να αγαπούν να τη μισούν, υπάρχουν και σε αυτό το κείμενο. H διπλή ιδιότητα της Κιτσοπούλου —ηθοποιός και συγγραφέας— προσφέρει χαρακτήρες που εύκολα μπορούν να ξεπηδήσουν από τις σελίδες του βιβλίου και να ζωντανέψουν στη θεατρική σκηνή. Oι χαρακτήρες του έργου είναι σαν φιγούρες που μετατρέπονται σε μεγάλες τρομακτικές σκιές, καθώς η προσοχή της Κιτσοπούλου πέφτει πάνω τους. Ως υποκινητής τους —έκων ή άκων— εμφανίζεται και ο ομώνυμος χαρακτήρας, ο Μουνής. Ένα πρόσωπο για το οποίο γνωρίζουμε και μαθαίνουμε ελάχιστα, αλλά εντέχνως δίνει με τον παρατσούκλι του, τον τίτλο του έργου. Ο Μουνής είναι το θεμέλιο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια τοιχογραφία προσώπων. Ο βίαιος Παντζαράς (παρατσούκλι που οφείλεται στη "συνήθειά" του να κοκκινίζει τα μέλη της οικογένειας του από το πολύ ξύλο), η γυναίκα του Νίτσα και τα παιδιά τους, οι συμπέθεροι τους, παπάς και παπαδιά, και ο γαμπρός τους που είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, ο καφετζής και η κομμώτρια, είναι πρόσωπα που κινούνται γύρω από τον σιωπηλό Μουνή, τον άνθρωπο που περιγράφεται ως "άνθρωπος παράξενο τρένο, που δεν μιλάει πολύ", που περνάει το χρόνο του σκιτσάροντας πάνω σε χάρτινα τραπεζομάντηλα του καφενείου.

Αυτό το παράξενο σύμπαν ανέλαβε να αποτυπώσει σκηνικά και σκηνοθετικά ο Παντελής Δεντάκης. Η δράση μεταφέρεται εμφανώς (στο διηγήμα υποδηλώνεται κάπως αόριστα) στο κλείσιμο της δεκαετίας του '80. Με εμμονή στη λεπτομέρεια (στο ενδυματολογικό μέρος η δουλειά της Γεωργίας Μπούρδα είναι υποδειγματική), αποθεώνεται το κιτς της απενεχοποιημένης (;) "eightίλας" και η σκηνή κατακλύζεται από μαλλιά "λασπωτήρες" και φουντωτές περμανάντ, σκαρπίνια με άσπρες κάλτσες και χρυδές καδένες, εμπριμέ πουκάμισα και χρωματιστά σακάκια. Το κείμενο της Κιτσοπούλου μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο στη σκηνή, με την αφήγηση να υπερτερεί της θεατρικότητας. Αυτό δεν λειτουργεί καθόλου υπονομευτικά ως προς το τελικό θεατρικό αποτέλεσμα, καθώς οι πέντε νεαροί ηθοποιοί (Σταύρος Γιαννουλάδης, Θανάσης Ζερίτης, Ελενη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αριστέα Σταφυλαράκη) περνούν επιδέξια από το αφηγηματικό κομμάτι, στο μέρος της υπόκρισης. Αποκομμένοι από τον ρεαλισμό και με ροπή προς το γκροτέσκο, παρουσιάζουν ένα δυναμικό αποτέλεσμα, που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην σωματοποίηση του λόγου. (προφανώς είναι σημαντική η συμβολή της έμπειρης Αγγελικής Στελλάτου)

Ο σκηνοθέτης εύστοχα επιλέγει να αποφορτίζει τη σκηνική ατμόσφαιρα (ουσιαστικά φορτίζοντας της ισχυρότερα) σχολιάζοντας τις σκληρές εικόνες, που αφθονούν στο έργο. Έτσι, λίγο μετά την αιματηρή επίθεση του Παντζαρά στον γιο του που έχει σαν αποτέλεσμα να κοπεί το αυτί του παιδιού, η σκηνή γεμίζει από τις φωνές των ηρώων του τηλεοπτικού χιτ της εποχής, "Ρετιρέ". Η ανεμελιά του τηλεοπτικού Ιάσωνα, της Ελένης, της Κατερίνας και της κυρίας Σοφίας, σε ευθεία αντιπαραβολή με τη σκληρότητα των χαρακτήρων του έργου, που λειτουργούν και κινούνται μόνο προσχεδιασμένα. Βρήκα, επίσης, πολύ δυνατή την επιλογή να διατρέχει όλες τις στιγμές της αφήγησης η μουσική του ίδιου τσάμικου ("πειραγμένο" από τον Κώστα Νικολόπουλο), που παίζει επαναλαμβανόμενα σαν λούπα, σαν ένα soundtrack σήψης και σαπίλας. Ένας χορός λεβέντικος που συνοδεύει συμπεριφορές μιαρές, αποδομεί την ειδυλλιακή όψη της ελληνικής επαρχίας και διατρέχει σχέσεις αιμομιξίας και απιστίες, που κυριαρχούν στο έργο.

Τα σκηνικά της Γεωργίας Μπούρδα, με τα απλοϊκά σκίτσα σε χαρτί που καλύπτουν τον τοίχο της σκηνής και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη που εντείνουν τη νοσηρή ατμόσφαιρα, ενισχύουν το "αίσθημα δυσφορίας" που δημιουργείται στον θεατή για όλα όσα συμβαίνουν τόσο μακριά του, στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ΄80, αλλά και πολύ κοντά του, πίσω από κλειστές πόρτες, το 2014.



Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: