Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Συνέντευξη: Οι συντελεστές της "Διαβολιάδας" μιλούν στις Σκηνοβασίες

Leave a Comment
Η σκηνοθέτιδα Ελεάννα Τσίχλη και οι ηθοποιοί Άρης Λάσκος, Γιώργος Νούσης, Φώτης Λαζάρου, Αναστασία Γιαννάκη, Γιάννης Δενδρινός, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Αποστόλης Ψαρρός, Κατερίνα Λάττα, συνομιλούν με τη Νικολέτα Δάφνου.

Νικολέτα Δάφνου: "Διαβολιάδα" του Μπουλγκάκοφ… Πόσο δύσκολο είναι στο 2014 να ανεβάζεις ένα έργο του οποίου ο συγγραφέας έχει γεννηθεί το 1891; Θέλω να πω, ο συγγραφέας αυτός έχει γεννηθεί και γράψει για μια εποχή άλλη από τη δική μας.

Άρης Λάσκος: Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του συναδέλφου μου Γιώργου Νούση, σε μια συνέντευξη που δεν προβλήθηκε ποτέ: η σύγκρουση και τα "θέματα" μεταξύ των ανθρώπων είναι πάντα επίκαιρα και αφορούν κάθε εποχή. Το κείμενο αυτό έχει μέσα καταστάσεις που φωτογραφίζουν τη σημερινή πραγματικότητα: από απολύσεις, μετακινήσεις προσωπικού, αδυναμία πληρωμής μισθών, γραφειοκρατία, μέχρι το πώς μπορεί το κατεστημένο να σε τρελάνει (π.χ. να δηλώσεις στην αστυνομία απώλεια ταυτότητας και να σου ζητάει την ταυτότητά σου για να κάνεις δήλωση!). Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Σε δεύτερο επίπεδο, η σκέψη και τα κείμενα του Μπουλγκάκοφ έχουν συχνότατα να κάνουν με την εξουσία, το (πολιτικό, οικονομικό) σύστημα και το πώς αυτό μπορεί να σε εξουδετερώσει. Το σύστημα διοικεί τον άνθρωπο, τη μονάδα. Το ερώτημα είναι πως μπορεί εκείνος να υπάρξει και να λειτουργήσει μέσα σε αυτό. Αυτό το ερώτημα θέτει ο Μπουλγκάκοφ, εξασφαλίζοντας έτσι την διαχρονικότητα μάλλον, παρά την επικαιρότητα των κειμένων του. Τα ερωτήματα που θέτει θα υπάρχουν για πάντα: κατά πόσον μπορεί η ανθρώπινη μονάδα να δημιουργήσει / συναποφασίσει / υπάρξει / συνυπάρξει / λειτουργήσει μέσα σε ένα σύστημα φαινομενικά φτιαγμένο απ’ αυτόν;

Ν. Δάφνου: Όχι μόνο δεν είναι φτιαγμένο απ’ αυτόν τελικά, αλλά δεν είναι και εντελώς φιλικό προς αυτόν, αν κρίνω κι από το έργο..

Ά. Λάσκος: Ισχύει. Δεν είναι φιλικό. Είναι σαν να μη διοικούν ανθρώπινα όντα άλλους ανθρώπους. Μπαίνεις μέσα του και σε αλλοιώνει. Τα λέω λίγο χοντροκομμένα, ίσως άλλος θα τα χρωμάτιζε πολιτικά πιο ορθά, αλλά σε ένα γενικό πλαίσιο νομίζω καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Η δυσκολία (για να επανέλθω στην ερώτηση) δεν ήταν να εφαρμόσεις το κείμενο του 1921 στο 2014. Η δυσκολία ήταν να κάνεις θεατρική πράξη και παράσταση ένα κείμενο που είναι λογοτεχνικό.

Ν.Δάφνου: Πρόβλημα γόνιμο αλλά και σπαζοκεφαλιά. Και ρωτώ τη σκηνοθέτη: η δραματουργική επεξεργασία προϋπήρχε του κειμένου, ή το κείμενο διαμορφώθηκε μέσα στις πρόβες των ηθοποιών;

Ελεάνα Τσίχλη: Η απόφαση του να προυπάρχει ένα πρώτο "προσχέδιο" πάρθηκε από κοινού με την Έλσα Ανδριανού -που έκανε και τη δραματουργική επεξεργασία- κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου. Ήταν μια δουλειά δύσκολη και χρονοβόρα. Το κείμενο είναι μεγάλο και όχι εύκολο. Ξεκινήσαμε με την επιλογή σκηνών. Περάσαμε από πολλές αναγνώσεις και αναλύσεις μέχρι να ανακαλύψουμε τι λέει στο πρώτο επίπεδό του. Η αποκρυπτογράφησή του ήταν ένα μεγάλο στοίχημα. Κι αυτό γιατί η εποχή του Μπουλγκάκοφ είχε τεράστια λογοκρισία (και η δική μας έχει, απλώς όχι τόσο έντονα). Ο συγγραφέας περνά τα μηνύματά του με πλάγιο τρόπο. Εμείς έπρεπε να καταλάβουμε τι θέλει να πει και να βρούμε έναν άλλο τρόπο να τα πούμε στο σήμερα. Πρόσθετη δυσκολία ήταν το ότι δεν είχαμε το αυθεντικό κείμενο στα χέρια μας, αλλά τη μετάφρασή του. Εκεί βασανίζεσαι λέξη – λέξη με το κείμενο. Όταν καταφέραμε να δημιουργήσουμε τη θεατρική διασκευή του κειμένου το δώσαμε στους ηθοποιούς σαν υλικό προβών. Αυτό σημαίνει ότι άλλαζε κατά τη διάρκεια των προβών, άρα προσαρμόζαμε με τη σειρά μας τις αλλαγές στον αρχικό κορμό. Ήταν μια διαδικασία που πήγαινε παράλληλα.

Ν. Δάφνου: Πόσων σελίδων είναι το κείμενο;

Ε. Τσίχλη: Πενήντα πέντε. Να προσθέσω ότι η ιδιαιτερότητα που αντιμετωπίσαμε είναι ότι έχουμε οκτώ ηθοποιούς ταυτόχρονα πάνω στη σκηνή. Άρα πολλές φορές χρειαζόταν να βλέπουμε πράγματα στην πράξη, και κατόπιν να επιστρέφουμε πίσω στο κείμενο.

Ν. Δάφνου: Αλλάζετε ρόλους επί σκηνής. Άλλος έχει μόνο έναν, άλλος δυο, πολλοί έχουν από τρεις και πάνω. Τι δυσκολίες και τι "δώρα" έχει αυτή η ιδιαιτερότητα;

Γιώργος Νούσης: Αντιμετωπίσαμε τη δυσκολία του "Τι κάνεις σε ένα διήγημα". Προσπαθήσαμε οι σκηνές να μην είναι ρεαλιστικές. Στην ουσία περνάμε όλη την αφήγηση επί σκηνής ως αφηγητές και όπου είναι αναγκαίο αναπαριστούμε κάτι σε μορφή "σκίτσου". Αυτή είναι η δυσκολία, και όχι η συχνή εναλλαγή ρόλων. Δεν πρόκειται άλλωστε για αλλαγή ρόλων σε θεατρικό κείμενο. Δεν έχουμε τη δυσκολία μιας ποικιλίας ερμηνειών συμπαγών θεατρικών ρόλων, με καθαρή θεατρική συνθήκη.

Ν. Δάφνου: Από όλους αυτούς τους ρόλους που εναλλάσσονται, σε ποιον έχετε αδυναμία; Μιλάω όχι μόνο για ρόλους που έχετε εσείς, αλλά και άλλοι συνάδελφοι επί σκηνής.

Φώτης Λαζάρου: Αδυναμία… Δεν έχω μόνο σε έναν.

Ν. Δάφνου: Μην προσπαθείς να είσαι δίκαιος τώρα! (γέλια).

Φ. Λαζάρου: Ειλικρινά! Εντάξει, έχω αδυναμία στο Άγαλμα.

Ν. Δάφνου: Μίλησέ μας λίγο γι’ αυτό. Κάποιος που δεν έχει δει την παράσταση παραξενεύεται όταν ακούει ότι το Άγαλμα είναι ένας ρόλος…

Φ. Λαζάρου: Είναι ο Βασιλιάς της Πολωνίας. Γεννηθείς το 1629. Του έχω αδυναμία γιατί είναι το πιο μη ρεαλιστικό στοιχείο. Όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι ανθρώπινοι. Με ιντριγκάρει γιατί είναι πολύ διαφορετικό από ότι έχω δουλέψει μέχρι σήμερα. Η εκφορά του λόγου είναι πολύ διαφορετική – εντάξει, μη με κάνεις να τα πω όλα!

Αναστασία Γιαννάκη: Εγώ θα σου δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Η αδυναμία μου είναι ο ρόλος της Αλεξάντρα Φιοντόροβνα. Με συγκινεί αυτό που παθαίνει σαν χαρακτήρας. Είναι κοντά σε αυτό που παθαίνουν πολλά άτομα κάθε ηλικίας σήμερα: στέκονται αδύναμοι απέναντι στις οικονομικές, κοινωνικές και άλλες αλλαγές στη χώρα τους και μη μπορώντας να ανταπεξέλθουν παρατάνε τη ζωή που χτίζανε τόσον καιρό και φεύγουν. Η απογοήτευση και η μετανάστευση των νέων είναι ένα θέμα που έχει τεράστια ομοιότητα με το σήμερα. Παλεύουν και ονειρεύονται μέχρι κάποια ηλικία, και στη στιγμή που θα έπρεπε να ανθίσουν μαραίνονται.

Ν. Δάφνου: Αν μπορούσατε με το προσωπικό σας βίωμα να πυκνώσετε αυτό το έργο σε 2–3 φράσεις που να δείχνουν τι συμβαίνει αυτήν την εποχή στη χώρα μας, ποιες φράσεις θα επιλέγατε;

Γιάννης Δενδρινός: Ξεκινάω από την αρχή του έργου και την πυρηνική φράση της πρώτης σελίδας της διασκευής μας: Λεφτά δεν υπάρχουν (χαμογελάει).

Μαριάνθη Παντελοπούλου: "Εγώ δε θα ενοχλώ κανέναν και κανείς δε θα με ενοχλεί".

Γ. Δενδρινός: "..τράβα εσύ το δρόμο σου κι εγώ τον δικό μου".

Μ. Παντελοπούλου: Δεν παίρνουμε την ευθύνη των πράξεών μας και κλεινόμαστε στο καβούκι μας. Περιμένουμε μοιρολατρικά μια απάντηση, ένα θαύμα, για να μας συμβεί κάτι και να προχωρήσει η ζωή μας. Υπάρχει και μια φράση στο τέλος, που ευχόμαστε να συμβεί στην Ελλάδα : "Ο Κοροτκόφ κατάλαβε".

Ν. Δάφνου: Ευχή λοιπόν για το μέλλον…

Φ.Λαζάρου: Να προσθέσω κάτι πάνω σ’ αυτό; Μου έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον και μια άλλη φράση, ένα σημαντικό, καυτό ερώτημα του συγγραφέα: "Τι στο διάολο έχω φταίξει;". Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι μπαίνουν στη διαδικασία να το σκεφτούν αυτό. Όταν έχεις να κάνεις με έναν κρατικό μηχανισμό κατά πολύ δυνατότερο από εσένα, το εύκολο είναι να παραιτηθείς και να ρίξεις την ευθύνη στο σύστημα. Σίγουρα φταίει και το σύστημα. Πέρα απ’ αυτό όμως, εσύ καλείσαι να μη σταματήσεις να αγωνίζεσαι για να βελτιώσεις την κατάσταση.

Ν. Δάφνου: Άρα το αποκωδικοποιείς ως ότι είναι προσωπική και ατομική ευθύνη του καθένα μας, γιατί είμαστε κομμάτι αυτού που ονομάζουμε "κατάσταση σήμερα";

Φ. Λαζάρου: Μα από τη μονάδα ξεκινάμε για να φτάσουμε στο σύνολο.

Ν. Δάφνου: Στο έργο διακρίνουμε μια τάση κατακερματισμού του λόγου. Συχνά ο λόγος είναι "μοιρασμένος" σε ομάδες ατόμων, πολλά άτομα λένε την ίδια φράση, λέξεις επαναλαμβάνονται κτλ. Είναι κάτι που αγαπάς να κάνεις ως σκηνοθέτης, ή προέκυψε από τις πρόβες;

Ε. Τσίχλη: Μιλάμε για διασκευή και δραματοποίηση αφηγηματικού κειμένου. Αντιμετωπίζεις λοιπόν εξαρχής μια χορικότητα, όπως την ξέρουμε από την αρχαία τραγωδία. Υπάρχει ένας χορός πολιτών που προσπαθεί να αφηγηθεί μια ιστορία. Στο συγκεκριμένο έργο προσπαθήσαμε να πιάσουμε τον γρήγορο, κινηματογραφικό σχεδόν ρυθμό του συγγραφέα. Το κείμενο χρειάζεται κατακερματισμό ώστε αυτή η "κίνηση" να περάσει και στην παράσταση. Είμαστε όλοι παρόντες στην ιστορία κι ο καθένας έχει το μερίδιό του στην αφήγηση. Αυτό το γαϊτανάκι φωνών, ρόλων, εναλλαγών ανάμεσα σε ρόλο και αφηγητή είναι ένα εργαλείο δύσκολο, με το οποίο αναμετρόμαστε καθημερινά και όχι πάντα με επιτυχία. Είναι όμως ταυτόχρονα εργαλείο παιχνιδιάρικο και ιντριγκαδόρικο. Δεν έχουμε συνηθίσει ακόμη στην Ελλάδα στο αφηγηματικό θέατρο. Προσωπικά είμαι πολύ χαρούμενη που δοκιμάζω κάτι τέτοιο και δεν μετανιώνω για την επιλογή μου σαν τρόπο αφήγησης.

Ν. Δάφνου: "Κε.βα.προ.πύρ." η εταιρία που δουλεύει ο ήρωάς μας…

Αποστόλης Ψαρρός: Κεντρική…

Ά. Λάσκος: …Βάση…

Α. Ψαρρός: …Προϊόντων…

Ά. Λάσκος: …Πυρείου.

Όλοι: Κοινώς, σπίρτα! (γέλια).

Ν. Δάφνου: Γιατί ο Κοροτκόφ δουλεύει στη συγκεκριμένη εταιρία; Το λέω γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο στα διηγήματα του Μπουλγκάκοφ…

Α. Ψαρρός: Τώρα θα αποπειραθούμε να μπούμε στο μυαλό του Μπουλγκάκοφ.

Ν. Δάφνου: …ή να το ερμηνεύσετε με το δικό σας μυαλό.

Α. Ψαρρός: Ναι. Ο Μπουλγκάκοφ επέλεξε να γίνει αυτό –κατά τη γνώμη μου– ως εισαγωγή στη βιομηχανοποίηση. Η "Κε.βα.προ.πυρ" παλιά ήταν το "Ρόδον των Άλπεων", ένα ρεστοράν που τροποποιήθηκε για τις ανάγκες του Κόμματος και της παραγωγής. Δε νομίζω ότι ο Μπουλγκάκοφ είχε κάποιο συγκεκριμένο κόλλημα με τα σπίρτα.

Ά. Λάσκος: Στο έργο υπάρχει όμως το θέμα του Διαβόλου, ο οποίος -όπως και οι μαύροι γάτοι, το θειάφι κ.α.- συναντάται συχνά στα κείμενα του Μπουλγκάκοφ. Μιλάμε άλλωστε για μια εποχή που η επίσημη θρησκεία απουσίαζε στη Ρωσία. Τα σπίρτα είναι ένα προϊόν που έχει άμεση σχέση με τα προηγούμενα στοιχεία. Ακόμη και εις άτοπον να το πάμε, αν ο Κοροτκόφ δεν δούλευε σε εργοστάσιο σπίρτων και τα σπίρτα δεν ήταν ελαττωματικά, δε θα χάλαγε η όρασή του και δε θα είχε πρόβλημα από τις αναθυμιάσεις. Ούτε θα συνδύαζε το γεγονός ότι τα λόγια του συνανθρώπου του μυρίζουν θειάφι και άρα είναι ο Διάβολος.

Ν. Δάφνου: Νομίζω το θειάφι ενισχύει σαν οσμή την παραίσθηση, όχι;

Ά. Λάσκος: Ναι, βέβαια. Μη ξεχνάμε και το χιούμορ του Μπουλγκάκοφ, που βάζει το βαρύγδουπο αρκτικόλεξο "Κε.βα.προ.πυρ." για ένα ταπεινό εργοστάσιο σπίρτων, με κόστος π.χ. 10 σεντς το πακετάκι! Όχι μόνο αυτό, αλλά φτιάχνει έναν "κολοσσό" με διευθυντή, προϊστάμενο γενικών υποθέσεων, κλητήρα, απλούς υπαλλήλους και χίλια άλλα πρόσωπα. Η διαστρωμάτωση της "Κε.βα.προ.πυρ" θυμίζει πολυεθνική! Σατιρίζει τη γραφειοκρατία, αλλά και το πώς ο άνθρωπος κινείται μέσα σε αυτήν.

Ε. Τσίχλη: Νομίζω ότι το γεγονός ότι ο ήρωας είναι Προϊστάμενος Γενικών Υποθέσεων σε μια εταιρία ευτελών σπίρτων ενισχύει την τραγικότητά του.

Γ. Νούσης: Βέβαια τα σπίρτα τότε ήταν προϊόν πρώτης ανάγκης…

Α. Ψαρρός: Με τη βοήθεια του Άρη, μου ανοίχτηκε ένας δρόμος σκέψης: πως μπορεί μέσω ενός τόσο ευτελούς προϊόντος να γιγαντωθεί ένα τέτοιο σύστημα με διευθυντές, παραδιευθυντές, γραμματείς… και να δυσκολέψει τη ζωή ενός απλού υπαλλήλου.


Φ. Λαζάρου: Μην ξεχνάμε ότι είναι η περίοδος που η Εκκλησία εισχωρεί μέσα στο κράτος. Στο έργο υπάρχει το εκκλησιαστικό κρασί –

Ε. Τσίχλη: Το οποίο όμως είναι πολύ χαμηλά σε εκτίμηση και κατανάλωση, και γι’ αυτό το δίνανε αντί μισθού στους υπαλλήλους της εταιρίας!

Ά. Λάσκος: Η απάντηση στην αρχική σου ερώτηση: επέλεξε να δείξει μια τεράστια εταιρία με ένα τόσο ευτελές αντικείμενο πώλησης για να δείξει την αντίθεση και το παράλογο του θέματος. Η εταιρία έχει επιστρατεύσει ανθρώπους και θέσεις και ικανοποιεί πολιτικά αιτήματα, με πρόσχημα τα σπίρτα. Μετακινεί υπαλλήλους, βάζει τους γνωστούς της σε ηγετικές θέσεις… Αν αυτό γίνεται σε μια εταιρία ευτελή, φανταστείτε τι γίνεται στις υπόλοιπες!

Μ. Παντελοπούλου: Συνεχίζοντας τη σκέψη του Γιώργου περί των σπίρτων ως είδος πρώτης ανάγκης: τα σπίρτα ήταν μονοπώλιο στη Ρωσία της εποχής. Δεν είναι τυχαίο αντικείμενο.

Α. Λάσκος: Όμως υπήρχε ηλεκτρισμός, λάμπα… Μην είμαστε τόσο κάθετοι.

Γ. Δενδρινός: Ακόμη κι έτσι, δε μιλάμε για μια τυχαία εταιρία. Το λέει και το όνομα: Κεντρική Βάση - σε όλη την επικράτεια. Τι σημαίνει –σε μια αναγωγή στο σήμερα– να υπάρχει οικονομική κρίση στην Κεντρική Βάση Προϊόντων Πυρείου; Τι είδους σκάνδαλο θα μπορούσε να προκαλέσει π.χ. μια οικονομική κρίση στον Ο.Τ.Ε.;

Ν. Δάφνου: Εγώ θεωρώ (αν μου επιτρέπεται η άποψη του θεατή) ότι αν η Κεντρική Βάση έχει οικονομικό πρόβλημα, αυτόματα υπάρχει ο υπαινιγμός ότι καμία αντίστοιχη εταιρία δεν έχει χρήματα. Οπότε… είμαστε σε κρίση.

Φ. Λαζάρου: Το αντίστοιχο "έκλεισε η Ε.Ρ.Τ.".

Ν. Δάφνου: Τι ανακαλύψατε αναφορικά με τον εαυτό σας που δεν το είχατε σκεφτεί πριν πιάσετε το έργο στα χέρια σας; Μιλώ για τη διάρκεια των προβών αλλά και των παραστάσεων, αφού κι αυτές αποτελούν συνεχείς "δοκιμές"…

Κατερίνα Λάττα: Είχα μια σκέψη τώρα τελευταία, με αφορμή ένα άσχετο περιστατικό. Ο ήρωάς μας είναι τρισευτυχισμένος που έχει τη θεσούλα του, κι ας πληρώνεται σε είδος λόγω έλλειψης χρημάτων. Παλεύει να βρει την ταυτότητά του και να υπερασπιστεί τις αξίες του. Είναι μόνος. Ο πιο κοντινός του άνθρωπος, η γειτόνισσά του, έχει φύγει. Παλεύει με τη γραφειοκρατία και με τους υπόλοιπους που θέλουν να του κάνουν διάφορα, ανάμεσα σε αυτά και να τον παντρέψουν. Φτάνει εν τέλει εκεί που φτάνει. Σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι στην ηλικία και την κατάσταση που είμαι (30 ετών, χωρίς σπίτι / δουλειά / άντρα / παιδιά ) και με ένα επάγγελμα αρκετά δύσκολο, να υπερασπιστώ κάποιες αξίες και να διεκδικήσω την ελευθερία μου και αυτά που πρεσβεύω. Ο Κοροτκόφ φτάνει να πεθάνει για την τιμή του. Αλλά πεθαίνει μόνος.

Ν. Δάφνου: …ως είθισται.

Κ. Λάττα: Κανείς δεν τον βοήθησε και κανείς δεν τον κατάλαβε. Η διεκδίκηση μπορεί να σημαίνει πάω σε μια επιχείρηση να διεκδικήσω κάτι (πράγμα πολύ δύσκολο σήμερα), ή βγαίνω στους δρόμους. Αυτή η κατάσταση του παροξυσμού και η τρεχάλα στους δρόμους για να διεκδικήσω κάτι είναι κάτι που βλέπω να το κάνει πολύς κόσμος σήμερα. Και ξαφνικά… ζεις μια κατάσταση παράλογη. Τα βλέπω όλα αυτά και αναρωτιέμαι: τι επιχείρημα μπορείς να έχεις ενάντια στο παράλογο; Από πού θα πιαστείς;

Γ. Νούσης: Τα πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό είναι το πώς η κοινωνία έχει προσπαθήσει να κάνει τεράστια σημαντικό και ασφαλές το προνόμιο του "να έχω μια θεσούλα". Παρ’ ότι είμαστε σε εποχή κρίσης, αυτό το παραμύθι πουλιέται καλύτερα κι από την εποχή συγγραφής του έργου. Σε όλο το δυτικό κόσμο, η "θεσούλα" είναι το βασικότερο όλων για να έχεις κοινωνικό πρεστίζ. Το δεύτερο είναι η "Διαβολιάδα", ο Διάβολος. Δίνουμε σε ότι δεν καταλαβαίνουμε την ερμηνεία του μεταφυσικού. Αυτό συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα σε πολλές κοινωνικές ομάδες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι κάθε εβδομάδα φεύγουν με κούριερ χιλιάδες φλιτζανάκια ελληνικού καφέ με προορισμό μια γνωστή καφετζού της Δράμας! Για να μη μιλήσω για τις πωλήσεις που κάνουν τα βιβλία περί Νεφελίμ / θεωριών ότι "Ζουν ανάμεσά μας κ.α." , ούτε για τα ζώδια ως κάτι σημαντικό στη ζωή του ανθρώπου. Η ανάγκη να δώσεις διαφορετική ερμηνεία στα πράγματα μεταμφιέζεται σε προκατάληψη. Ακόμη και σε κύκλους πιο γειωμένων και μορφωμένων ανθρώπων, ή σε ανθρώπους που προσπαθούν να δώσουν μια πιο "φυσική" εξήγηση στα πράγματα. Προβάλλουμε προκαταλήψεις πάνω σε πράγματα με τα οποία θα μπορούσαμε πολύ απλά να γνωριστούμε. Η προκατάληψη σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει κάτι μεταφυσικό. Έχει ένα λογικό σχήμα το οποίο σε πρώτη φάση μπορώ να εμπιστευτώ. Σε δεύτερη φάση όμως κατανοώ ότι το μόνο που κάνει είναι να απομακρύνει τους ανθρώπους μεταξύ τους.

Ν. Δάφνου: Ελεάνα, ο σκηνικός σας κόσμος είναι εξολοκλήρου φτιαγμένος από χαρτί. Αυτό ήταν προεπιλογή, ή προέκυψε στις πρόβες; Και τι ιστορία θέλεις να πεις με την επιλογή του συγκεκριμένου υλικού;

Ε. Τσίχλη: Υπάρχουν πολλοί λόγοι. Αρχικά, εμείς εισάγουμε το "no budget theater", το θέατρο το οποίο δεν έχει λεφτά πίσω του. Δεύτερον, υπήρχε ανάγκη δημιουργίας σκηνικού χώρου, καθότι φέτος βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια μεγάλης έκτασης σκηνή και έπρεπε να είμαστε συνεπείς απέναντι σε αυτό που αγαπάμε να κάνουμε. Το σκηνικό μας έχει γίνει από "σκουπίδια" και παραχωρήσεις πραγμάτων και είναι πολύ φτηνό. Έχει όμως τεράστιο προσωπικό κόπο και μεράκι. Αυτός ο πρακτικός τρόπος δείχνει και την άποψή μας αναφορικά με το θέατρο: αν έχεις όρεξη, κάνεις θέατρο με το τίποτα. Τρίτον, έχω πάντα μια διάθεση πολύ καλά οργανωμένης "προχειρότητας" στις παραστάσεις μου. Είναι βασικό στοιχείο της αφήγησης: κάποιο άνθρωποι μπαίνουν σε έναν χώρο και με πολύ λίγα πράγματα προσπαθούν να πουν μια ιστορία. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιούν μικρά πραγματάκια ή μετακινούν μεγάλους όγκους λέγοντας την ιστορία. Τέταρτον, το χαρτί δημιουργεί την αίσθηση της μακέτας και την ψευδαίσθηση των πολύ μικρών – σχεδόν καρτούν ή γραφικών - ανθρώπων μέσα στο σκηνικό χώρο. Παίξαμε με τις κλίμακες σε αυτό το χάρτινο σύμπαν. Με πολύ απλά υλικά προσπαθούμε να αφηγηθούμε αυτό το έπος. Το μακιγιάζ ακολουθεί επίσης αυτή τη λογική. Μην ξεχνάμε ότι "Κοροτκόφ" σημαίνει "Μικρούλης". Και φυσικά το προφανές που εισάγει το σκηνικό είναι ο κόσμος της γραφειοκρατίας.

Ν. Δάφνου: Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να προσθέσετε;

Γ. Νούσης: Εγώ όταν ξεκίνησα να συμμετέχω στην "Διαβολιάδα", δεν περίμενα ότι θα δίναμε συνεντεύξεις! (γέλια).

Φ. Λαζάρου: Εγώ θα ήθελα να μιλήσω λίγο για τον σημαντικό ρόλο του Κλητήρα Παντελεήμων. Τον θεωρώ υπόδειγμα υπαλλήλου. Επαναστατεί κάποια στιγμή και βάζει τέρμα στην εκμετάλλευση. Περνάει ένα πολύ σημαντικό μήνυμα, ειδικά σήμερα. Ότι δε θα μείνω σε οποιαδήποτε δουλειά άνευ όρων και άνευ ορίων. Είναι κάτι που κρατάω και θα κρατάω μέσα μου και μετά την παράσταση.

Ε. Τσίχλη: Η ίδια η ιστορία του Μπουλγκάκοφ είναι πολύ ενδιαφέρουσα αναφορικά με το πώς τον χειρίστηκε το σταλινικό τότε καθεστώς. Θεωρούνταν άνθρωπος επικίνδυνος γιατί τα έλεγε "έξω απ’ τα δόντια", τόσο που δεν μπορούσαν να τον διώξουν εν μια νυκτί. Από την άλλη μεριά, υπήρχε λασπολογία. Σε όλο το ρωσικό τύπο υπάρχουν μόνο τρεις καλές κριτικές για τον Μπουλγκάκοφ. Οι υπόλοιπες εκατόν σαράντα τον βρίζουν. Ο Στάλιν όμως πήγαινε και έβλεπε τις παραστάσεις του, για να κερδίσει το "δημοκρατικό" (εντός πολλών εισαγωγικών) προφίλ του. Νομίζω γενικά όσο πιο "έξω από τα δόντια" τα λες, τόσο λιγότερο κινδυνεύεις. Ας μιλήσουμε "έξω απ’ τα δόντια" κι ας παρακινήσουμε κι άλλους ανθρώπους να το κάνουν. Να κλείσουμε το θέμα του φόβου και να φτάσουμε σε κάτι νέο.

Ά. Λάσκος: Μου φαίνεται δύσκολο. Όταν στις μονάδες και στις μικρές ομάδες δεν υπάρχουν ξεκάθαρες ομιλίες και κρύβουμε πράγματα, είναι περίεργο να προσπαθείς να το κάνεις πολιτικά / κοινωνικά αυτό. Είναι ευχή όμως.

Ν. Δάφνου: "Να κλείσουμε το θέμα του φόβου". Πολύ ωραίος επίλογος. Ευχαριστώ πολύ.

Ε. Τσίχλη: Κι εμείς. Είναι η πρώτη τόσο μεστή και γεμάτη συνέντευξη που δίνουμε, πραγματικά.

Ν. Δάφνου: Ευχαριστώ πολύ!

* "Διαβολιάδα" του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, από την ομάδα Ubuntu, σε σκηνοθεσία Ελεάννας Τσίχλη, στο Bios Main (Πειραιώς 84, Αθήνα, τηλ. 210 3425335), έως 15 Απριλίου 2014.


Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: