Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γυάλινος κόσμος" (Θέατρο Τ, από 25/12), "Ο πατέρας του Άμλετ" (Αθήναιον, από 25/12)

Κριτική θεάτρου: Ποιος τη ζωή μου...

Leave a Comment
Λυτρωτικό μουσικό ταξίδι στο παρελθόν

Ποιος τη ζωή μου..., σε κείμενο και σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.

Η ζωή του Μίκη Θεοδωράκη στη θεατρική σκηνή. Εγχείρημα τολμηρό και δραματουργικά δαιδαλώδες.

Πως να χωρέσουν οι στιγμές του περιπετειώδους βίου και ο όγκος της δημιουργικής δουλειάς του συνθέτη σε μια τρίωρη παράσταση; Πως να δοθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση της ζωής και του έργου του;

Ο Θέμης Μουμουλίδης επιχείρησε στο κείμενο που έγραψε, αλλά και στη σκηνοθεσία του, να αποτυπώσει μια εικόνα της περσόνας του Μίκη Θεοδωράκη, ακολουθώντας τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής του, από την περιδιάβαση του στην Ελλάδα αλλά και εκτός συνόρων αυτής, με φόντο τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας· στιγμές που καθόρισαν τον τρόπο σκέψης και δημιουργίας του συνθέτη. Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με ένα ιλιγγιώδες flash forward που ξεκινά από τη Μικρασιατική καταστροφή και φτάνει μέχρι το 1974 (γιατί, άραγε, σταματάει η παρουσίαση στη μεταπολίτευση;  Δεν έχει δώσει αξιόλογες στιγμές τα επόμενα σαράντα χρόνια ο συνθέτης;). Μέσα από σύντομες σκηνές που μοιάζουν περισσότερο με "γέφυρες" που συνδέουν τα δεκάδες τραγούδια που ακούγονται στην παράσταση, περνούν από τη θεατρική σκηνή η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, ο Εμφύλιος, η δολοφονία του Λαμπράκη και του Πέτρουλα, η κηδεία του Σεφέρη, η δικτατορία και η φυλάκιση του Θεοδωράκη. Υλικό πλούσιο και με αρκετές επιμέρους προεκτάσεις που δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε σύντομες σκηνές διάρκειας λίγων λεπτών. Αυτό που βλέπει ο θεατής είναι χορογραφημένα —κατά κύριο λόγο— αποσπάσματα (κάποια επιτυχημένα, αρκετά από αυτά άνευρα και χωρίς σκηνική πρωτοτυπία), με προσθήκη σύντομων διαλόγων που στόχο έχουν να ξυπνήσουν το συναίσθημα του και να τον φορτίσουν συγκινησιακά και όχι να γνωρίσει επακριβώς τις πτυχές της ζωής και του έργου του συνθέτη.

Τη μερίδα του λέοντος κατέχουν —και δικαιολογημένα— η μουσική και τα τραγούδια του δημιουργού. Ξεκινώντας από τις πρώτες εμπνεύσεις, τη συμφωνική μουσική, τη μελοποίηση σπουδαίων ποιητών, τα τραγούδια σε στίχους του αδελφού του, Γιάννη Θεοδωράκη, το Τραγούδι του νεκρού αδελφού και φτάνοντας στο πολιτικό τραγούδι και το λυρισμό των στίχων του Γκάτσου. Όλα βρίσκονται εδώ, ερμηνευμένα από μια εξαιρετική ορχήστρα, σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στο κοινό που σταδιακά συμμετέχει σαν σε γιορτή, σαν σε παλλαϊκό συλλαλητήριο, που το σύνθημα είναι οι στίχοι σπουδαίων ποιητών. Στο μουσικό μέρος "κρύβονται" και οι πιο ολοκληρωμένες "ερμηνείες". Οι τραγουδιστές της παράστασης καταφέρνουν να αποδώσουν την ένταση ενός φλεγόμενου συναισθήματος και να αμβλύνουν τις αρκετές στιγμές αμηχανίας που κουβαλούν οι ερμηνείες των ηθοποιών, στο θεατρικό κομμάτι της παράστασης. Αξίζει κάποιος να δει την παράσταση μόνο και μόνο για να θαυμάσει τη δωρική Γιώτα Νέγκα, που σαρώνει τη σκηνή με τη σπουδαία λαϊκή της φωνή και τη θεατρικότητα της. Ο Κώστας Μακεδόνας που επωμίζεται μεγάλο φορτίο των τραγουδιών εμφανίζεται λίγο αμήχανος και σφιγμένος. Πολύ καλοί και η Άννα Λινάρδου, ο Γιάννης Μαθές και ο Κώστας Θωμαΐδης, στην επαναστατική, παλλόμενη, συνθετική περίοδο του Θεοδωράκη.

H ένταση και ο λυρισμός του μουσικού μέρους έρχεται σε αντίθεση με τις ρεαλιστικές, σε βαθμό μελοδραματισμού, ερμηνείες στο κομμάτι της πρόζας. Τόσο ο Γρηγόρης Βαλτινός όσο και η Φιλαρέτη Κομνηνού —που υποδύονται τους γονείς του συνθέτη— δεν καταφέρνουν, όσο κι αν προσπαθούν, να δημιουργήσουν ολοκληρωμένους θεατρικούς χαρακτήρες. Αβοήθητοι από τη σκηνοθετική γραμμή που, καθώς φαίνεται, έβαλε σε δεύτερο πλάνο το ερμηνευτικό μέρος, καταφεύγουν σε μελοδραματικές ευκολίες για να κεντρίσουν το θυμικό του θεατή. Αμήχανη και άχρωμη και η Ελισάβετ Μουτάφη, στον ρόλο της Μυρτώς, του μεγάλου έρωτα του συνθέτη. Ο Άρης Λεμπεσόπουλος που υποδύεται τον Θεοδωράκη, καταφέρνει κάτι αξιοπρόσεκτο: με βέλη στη φαρέτρα του την στάση του σώματος, τη κίνηση, τις αυξομειώσεις στην ένταση της φωνής, την εναλλαγή ανάμεσα στο νεύρο και την ατονία, φέρνει στη σκηνή τη μορφή του συνθέτη όχι ως προϊόν μίμησης, αλλά ως αύρα και αίσθηση.

Το απλό σκηνικό του Γιώργου Πάτσα με τις "ταπετσαρίες" με νότες και παρτιτούρες, εξυπηρετεί με ευπρέπεια τις ανάγκες μιας περιοδεύουσας παράστασης και τα πολυάριθμα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού, αποτυπώνουν με εύστοχο τρόπο τόσο την πολύχρωμη, ανέμελη εικόνα της εποχής, όσο και τη σκοτεινιά που διαλύει το όνειρο.
Πέρα από τα σπουδαία τραγούδια, αυτό που κράτησα φεύγοντας είναι οι εσωστρεφείς σκηνικές στιγμές που ο συνθέτης "ακούει" τη σκέψη του και κατευθύνεται από το ταλέντο του, λίγο πριν συνθέσει τα συμφωνικά αριστουργήματά του, αλλά και η σχέση του με σπουδαίες μορφές του παρελθόντος: μια βόλτα με τον Σεφέρη ή η παράλληλη παρουσίαση τραγουδιών από την Οδό Ονείρων του Χατζηδάκι και την Όμορφη Πόλη του Θεοδωράκη που παίζονταν σε γειτονικά θέατρα της Αθήνας, το 1962.

Κορνήλιος Ρουσάκης


Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: