Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Έρμαν Έσσε, "Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ"

Leave a Comment

Έσσε Έρμαν, Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ, Καστανιώτης, Αθήνα, 1984.

                                       [...]
  « Ο καθένας μας έχει το δικό του αστερισμό», μουρμούρισε αργά ο Κλίνκσορ, « ο καθένας μας έχει τα πιστεύω του. Εγώ πιστεύω σ’ ένα πράγμα μονάχα: στην καταστροφή. Ταξιδεύουμε με μια άμαξα πάνω απ’ την άβυσσο και τ’ άλογα έχουν τρομάξει. Βρισκόμαστε στην άκρη του γκρεμού όλοι εμείς και πρέπει να χαθούμε. Πρέπει να ξαναγεννηθούμε, έφτασε για μας η μεγάλη Στιγμή. Όπου και να στρέψεις το βλέμμα, βλέπεις το ίδιο πράγμα – το Μεγάλο Πόλεμο, τις μεγάλες αλλαγές στην Τέχνη, το βούλιαγμα του Δυτικού Πολιτισμού. Για μας, εδώ στην Ευρώπη, χάθηκε ό,τι ήταν καλό και δικό μας, η ωραία μας Λογική έγινε παραλογισμός, το χρήμα έγινε χαρτί δίχως αξία. Δε μένουν παρά οι μηχανές μας για να πυροβολούν και ν’ αυτοκαταστρέφονται, η Τέχνη μας έγινε αυτοκτονία. Φίλοι μου, παραπαίουμε, έτσι είναι γραμμένο – ήδη ακούγονται οι πρώτες νότες απ’ τη μουσική του Τσιν Τσε».

   Ο Αρμένης ξαναγέμισε τα ποτήρια. «Όπως το επιθυμείτε», απάντησε στον Κλίνκσορ. «Μπορούμε να το δεχτούμε, όπως μπορούμε και να τ’ απαρνηθούμε. Δεν πρόκειται παρά για ένα παιδικό παιχνίδι. Η Καταστροφή είναι κάτι ανύπαρκτο. Για να υπάρχει η Καταστροφή και η Αναγέννηση, θα πρέπει να υπάρχει το Πάνω και το Κάτω. Κάτι τέτοιο, όμως, δε συμβαίνει. Αυτά είναι μονάχα σκέψεις των ανθρώπων που τις κλωθογυρίζουν στο μυαλό τους, αυτήν την πατρίδα της αυταπάτης. Όλες οι αντίθετες έννοιες είναι αυταπάτες – τ’ άσπρο και το μαύρο, ο θάνατος και η ζωή, το καλό και το κακό. Δεν είναι παρά μια υπόθεση μιας ώρας, μιας ώρας μέσα σε φλόγες με σφιγμένα δόντια. Και μετά έχεις προσπεράσει το Βασίλειο της Αυταπάτης».

   Ο Κλίνκσορ  τον παρακολουθούσε προσεκτικά. «Εγώ αναφέρομαι σ’ εμάς», αντιγύρισε, «μιλάω για την Ευρώπη, για τη δική μας Ευρώπη που επί δύο χιλιάδες χρόνια πίστευε ότι ήταν ο ομφαλός της γης. Αυτό χάνεται πια. Έχεις την εντύπωση, μάγε, ότι δε σε ξέρω καλά; Είσαι ένας αγγελιοφόρος της Ανατολής, ένας αγγελιοφόρος ίσως για μένα τον ίδιο. Μπορεί πάλι να είσαι ένας κατάσκοπος, ένας μεταμφιεσμένος στρατηγός. Βρίσκεσαι εδώ γιατί εδώ αρχίζει το Τέλος, γιατί εδώ μυρίζεσαι τον όλεθρο. Όμως εμείς χανόμαστε ευχαρίστως, πεθαίνουμε με χαρά, δε φέρνουμε καμιά αντίσταση».

«Με την ίδια ευκολία θα μπορούσες να δηλώσεις ότι γεννιόσαστε με χαρά», γέλασε ο Ασιάτης. «Εσένα σου φαίνεται σαν Καταστροφή, εμένα όμως ίσως να μου φαίνεται σαν Αναγέννηση. ‘Όμως, και τα δύο είναι αυταπάτες. Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι η γη είναι μια σταθερή επιφάνεια κάτω απ’ τον ουράνιο θόλο, αυτός βλέπει και πιστεύει σε καταστροφικές αναδημιουργίες – δηλαδή, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι το πιστεύουν. Αντίθετα, τ’ άστρα δε γνωρίζουν ούτε το Πάνω ούτε το Κάτω».

   «Μα έχουν καταστραφεί και άστρα», φώναξε ο Του Φου.         
                               
   «Μονάχα για την αντίληψή μας, για την όρασή μας». […]

ΣΧΟΛΙΟ

 Το κείμενο αυτό αφηγείται το τελευταίο καλοκαίρι ενός ζωγράφου με το όνομα Κλίνκσορ. Ο παραπάνω διάλογος, διεξάγεται ανάμεσα σε φίλους που βρίσκονται σε μια ταβέρνα πίνοντας κρασί και τρώγοντας ψωμί τις τελευταίες μέρες ενός Ιουλίου. Ο εξπρεσιονιστής  Κλίνκσορ άλλωστε αγαπούσε πολύ αυτές τις στιγμές παρέα με φίλους, γυναίκες, Τέχνη, που ήταν ποτισμένες με κρασί, αγάπη και μίσος. Η νουβέλα αυτή του Hesse σφύζει από τα δώρα της ζωής. 

  Οι εικόνες με τις οποίες χτίζει το έργο του είναι πολύχρωμες και γεμάτες από αντιθέσεις, σαν να επρόκειτο για πίνακες. Το κείμενο αυτό γράφτηκε στα 1919 – 1920, τότε που ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει. Απέναντι στη δίψα για καταστροφή και στον πεσιμισμό του Κλίνκσορ, αντιτάσσει ο συγγραφέας επιχειρήματα που αντλούνται από την ανατολίτικη φιλοσοφία. 

  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη που διατυπώνεται για την Ευρώπη, φυσικά τότε διαμορφωμένη μέσα σε έναν περιβάλλον καταστροφής.  Ίσως αυτή η άποψη να είναι ιστορικά τετελεσμένη ή να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη ή ακόμη για πολλούς να είναι μια λανθασμένη άποψη. 

  Ο μεθυσμένος  αυτός ζωγράφος  στο τέλος του έργου και έπειτα από εξουθενωτική εργασία και έρευνα, δημιουργεί ένα πορτρέτο του, μέσα στο οποίο κρύβονται χιλιάδες πρόσωπα. Οι φίλοι του αγάπησαν πιο πολύ από όλα αυτά, αυτό του Ευρωπαίου, που είναι «ξεμοναχιασμένος, πανάρχαιος, Φάουστ  και Καραμαζόφ μαζί, κτήνος και σοφός».

                          Ε.Ν.
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: