Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Πρόσπερ Μεριμέ: "Αγόρασε ή τη σκοτώνω"

Leave a Comment

Μεριμέ Πρόσπερ, Νουβέλες ΙΙ, μτφρ. Ντορέττα Πέππα, Δελφίνι, Αθήνα, 1995.

                                       ΤΑΜΑΝΓΚΟ

   [...] Έμεναν ακόμα καμιά τριανταριά σκλάβοι. Ήταν παιδιά, γέροι, φιλάσθενες γυναίκες. Το πλοίο είχε γεμίσει.

   Ο Ταμάνγκο, που δεν ήξερε τι να κάνει μ’ αυτό το σκάρτο περίσσευμα (ενν. των σκλάβων), έκανε την προσφορά στον καπετάνιο να του το πουλήσει για ένα μπουκάλι ρακί το κομμάτι. Η προσφορά ήταν δελεαστική. Ο (καπετάνιος) Λεντού θυμήθηκε ότι στην παράσταση του Σισιλιάνικου Εσπερινού στη Νάντη είχε δει μεγάλο αριθμό χοντρών και ευτραφών ανθρώπων να μπαίνουν σε μια ήδη γεμάτη πλατεία και να καταφέρνουν τελικά να καθίσουν, χάρη στο συμπιεστό των ανθρώπινων σωμάτων. Πήρε τους είκοσι πιο σβέλτους από τους τριάντα σκλάβους.

   Τότε ο Ταμάνγκο ζήτησε μόνο ένα ποτήρι ρακί για τον καθένα από τους δέκα εναπομείναντες. Ο Λεντού σκέφτηκε ότι τα παιδιά δεν πληρώνουν και πιάνουν μόνο μισή θέση στα δημόσια αμάξια. Πήρε λοιπόν τρία παιδιά˙ αλλά δήλωσε ότι δεν ήθελε να φορτωθεί ούτε έναν επιπλέον μαύρο. Ο Ταμάνγκο, βλέποντας ότι του έμεναν στα χέρια επτά ακόμα σκλάβοι, άρπαξε το τουφέκι του και το έχωσε  στο μάγουλο μιας γυναίκας που ήταν στην πρώτη σειρά. Ήταν η μάνα των τριών παιδιών.

«Αγόρασε», είπε στο λευκό, «ή τη σκοτώνω˙ ένα τόσο δα ποτηράκι ρακί ή τραβάω τη σκανδάλη.»
«Και τι στο διάολο θες να κάνω;», απάντησε ο Λεντού.

Ο Ταμάνγκο πυροβόλησε και η σκλάβα έπεσε νεκρή καταγής.

«Εμπρός, ο επόμενος», φώναξε ο Ταμάνγκο βλέποντας ένα κατατσακισμένο γερόντιο. «Ένα ποτηράκι ρακί ή εγώ...»
Μία από τις γυναίκες του του τράβηξε πίσω το μπράτσο και ο πυροβολισμός χτύπησε στο κενό. [...]

Ο διερμηνέας διέθετε ανθρωπιά. Έδωσε μια χαρτονένια ταμπακιέρα στον Ταμάνγκο και του ζήτησε τους έξι σκλάβους που απόμεναν. Τους ελευθέρωσε από τις διχάλες τους και τους επέτρεψε να φύγουν και να πάνε όπου ήθελαν. Εκείνοι έφυγαν αμέσως, άλλοι από δω κι άλλοι από κει, έντονα προβληματισμένοι επειδή δεν ήξεραν πώς να επιστρέψουν στον τόπο τους, διακόσιες λεύγες μακριά από την ακτή. [...]

ΣΧΟΛΙΟ
  Η νουβέλλα αυτή γράφτηκε στα 1830 από το συγγραφέα του μυθιστορήματος Κάρμεν, που αποτέλεσε τη βάση για την ομώνυμη όπερα του Bizet. Στο απόσπασμα αυτό, συναντούμε δύο επιχειρηματικά πνεύματα, ένα «μαύρο» και ένα «λευκό», να εμπορεύονται δούλους. Μέσω της ανειλικρίνειας και της βίας καταλήγουν στην απόλυτη μοναξιά ο ένας και στο θάνατο ο άλλος. Ούτε το απομονωμένο νησί στο οποίο βρίσκονται αλλά αργότερα ούτε και η απέραντη θάλασσα  που πάνω της θα ταξιδέψουν, καταφέρνουν να τους ενώσουν.
  Τι ιστορία;! Μοιάζει μακρινή μα είναι κοντά στο σήμερα. Η ανθρώπινη φύση φροντίζει γι’ αυτό. Το εμπόρευμα σήμερα δεν έχει ένα χρώμα και δεν είναι θεσμοθετημένο όμως υπάρχει ακόμη υποδούλωση από άνθρωπο σε άνθρωπο, ακόμη βία, ακόμη ρατσισμός. Όχι σε κάποιους. Κατά τη γνώμη μου, αυτά υπάρχουν σε όλους μας. Μερικοί όμως επιλέγουν να τα ντύσουν με σημαίες, να τους γράψουν εγκώμια.  Άλλο να ζήσεις υπηρετώντας αυτά τα στοιχεία κι άλλο να ζήσεις παλεύοντάς τα.  (Παύση)
  Ένα σκοινί γεμάτο κόμπους. Με τα δάχτυλά μας μετράμε λέξεις: «Πάντα α νοι χτά πάντα ά γρυ πνα τα μάτια της ψυχής μας.»  Άραγε οι δυνάμεις της βίας και της υποδούλωσης θεριεύουν; Μπορεί, σαν τις Σειρήνες, με μαγικό τραγούδι να παραπλανούν. Σσσς. Μήπως πρόκειται για εμβατήριο;

Μα η δική μας η ψυχή χορεύει, πού να χωρέσει τα βήματά της σε μονότονα 

ταρατατά. 

                                                                                       Ε.Ν.
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: