Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γουρούνι στο σακί" (Θέατρο Κήπου, 30,31/8), "Λυσιστράτη" (Θέατρο Δάσους, 31/8, 1,2/9), "Ταξίδι στον Σταυρό του Νότου" (Θέατρο Κήπου, 5,6/9), "Eπτά επί Θήβας" (Βασιλικό Θέατρο, 13-16/9), "Πέτρες στις τσέπες του" (Αριστοτέλειον, 22/9-1/10)

Ο Γιάννης Καισαρίδης περί της απουσίας μέσα από την παρουσία και αντίστροφα

Leave a Comment
Καισαρίδης Γιάννης, Μισάντρα, Κέδρος, Αθήνα, 2005.

                                                          Φ υ τ ο λ ό γ ι ο ν

      Π ρ ώ τ ο  ό ν ε ι ρ ο,  τ η ς  σ υ ζ ύ γ ο υ

  Τον είδε, λέει, και πάλι να έρχεται από μακριά, όπως ακριβώς εκείνο το μοιραίο κυριακάτικο μεσημέρι, και πάλι σκέφτηκε, όπως ακριβώς εκείνο το μοιραίο κυριακάτικο μεσημέρι: «Εντάξει έρχεται, δε φαίνεται να ‘ναι φτιαγμένος». Τρεις φορές έκανε να σηκωθεί και δε σηκώθηκε. Ποια; Αυτή, αυτή που τον έπαιρνε κάθε μέρα σχεδόν από το καφενείο μισοπιωμένο και τον βοηθούσε να επιστρέψει για να μην πέσει.
-       Ήρθε κι έπεσε μπροστά στα πόδια μου. Και δεν ξανάνοιξε τα μάτια του. Πώς δε σηκώθηκα να πάω να τον φέρω! Πώς τον άφησα να πέσει και δεν τον έπιασα! Αχ! Πώς!
        Τινάχτηκε· ξύπνησε.
       Θέλει τώρα να εξομολογηθεί.
-       Δεν είν’ αυτό το ζόρι σου, της λέει η γειτόνισσα. Πάει τώρα· έγινε. Το ζόρι σου είναι να παντρέψεις το κορίτσι!

Μέσα στον μπαξέ, μάνα και κόρη
Μαζεύοντας τα τελευταία ζαρζαβατικά που φύτεψε.
-       Πες μου τώρα, ποιος θα τα μαζέψει όλα αυτά; σκέφτεται η γυναίκα του.
-       Ούτε μια φορά δεν ήρθα να τους βοηθήσω τα προηγούμενα χρόνια, ούτε στο μάζεμα ούτε στο παζάρι που τα πουλούσαν, σκέφτεται η κόρη του και βάζει στην τσέπη της ένα φυλλαράκι, ένα κοτσανάκι, ένα άνθος…
-       Τώρα ποιος θα τα πουλήσει τα φασολάκια;

Δεύτερο όνειρο, της μανάβισσας
Το πρωί που της πάνε τα προς πώλησιν φασολάκια που μάζεψαν από το χωράφι τους, τα τελευταία τής τελευταίας σποράς που φύτεψε ο συχωρεμένος ο πατέρας τους, βγαίνει αυτή και λέει:
-       Είδα τον πατέρα σας στον ύπνο μου. Αν δεν τα πουλήσω;
Όσοι θα τ’αγοράσουν , θα φάνε το «τελευταίο σώμα» ενός ανθρώπου! Πού να το ‘ξεραν!

Τρίτο όνειρο, της κόρης του
-Ε γ ώ σας ταΐζω, στη δική μου την πλάτη είστε ακόμη, της είπε.

Μάνα και κόρη, καθισμένες στο τραπέζι
-Εμείς τρώμε κι αυτός δεν τρώει τίποτα!
- Να, τώρα εκεί θα καθόταν, στην καρέκλα του, θα έκαιγε το τσιγάρο του μέσα στα μάτια μας, αμάν, σβήσ’ το βρε πατέρα, τουλάχιστον τώρα, στο τραπέζι, που τρώμε… Ας ήταν εδώ κι ας κάπνιζε.
   Στην αρχή δίστασαν να τα μαγειρέψουν. Τις έπιασε κάτι σαν τρόμος, πανικός.
-       Πώς θα φάμε τα τελευταία που φύτεψε ο πατέρας…
-       Θα ‘ναι σαν να τρώω τον άντρα μου, λες και τον τρώω!

Φυτολόγιον
Στο γραφείο της καθισμένη, ανοίγει αργά το καινούριο φυτολόγιό της. Οι σελίδες του κολλημένες, χρατς, χρατς… Δίπλα της, ζαρζαβατικά, «φρέσκα» κι αμαγείρευτα από τον μπαξέ και μαγειρεμένα. Τα φωλιάζει αργά μες στις σελίδες του φυτολογίου.
  Σκέφτεται τους σπόρους που έσπειρε ο πατέρας της στη ζωή του και βλάστησαν, χρατς! Χώνεται κι αυτή σε μια σελίδα του φυτολογίου.
  Βαθιά στην τσέπη της κρυμμένα, σπορικά, τα τελευταία, αυτά θα τα φυτέψει με τα χεράκια της του χρόνου. Και θα’ ναι κι αυτός εκεί. Αθανασία.

Τελευταία βήματά του στην ανηφόρα, πριν σωριαστεί
   Ιιιιιιι! Ααααα! 

                                                         
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: