Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γυάλινος κόσμος" (Θέατρο Τ, από 25/12), "Ο πατέρας του Άμλετ" (Αθήναιον, από 25/12)

O Nathaniel Hawthorne μάς αφηγείται το βίο και την πολιτεία του Γουέικφιλντ

Leave a Comment

   
Hawthorne Nathaniel, Γουέικφιλντ, μτφρ. Αντώνης Σακελλαρίου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1997.

Από κάποιο παλιό περιοδικό - ή εφημερίδα- θυμάμαι μια ιστορία, που παρουσιαζόταν σαν αληθινή, για κάποιον άνθρωπο - ας τον πούμε Γουέικφιλντ- που έζησε για πολύ καιρό μακριά απ’ τη γυναίκα του. Η πράξη αυτή, που το έντυπο την ανέφερε έτσι γενικά κι αόριστα, δεν είναι πολύ ασυνήθιστη, όμως δε θα πρέπει να την καταδικάσουμε σαν τιποτένια ή ανόητη, χωρίς να τονίσουμε τις ιδιαίτερες συνθήκες της. Όπως και να ‘ναι, αυτή η περίπτωση - αν και δεν θα μπορούσε, βέβαια, να θεωρηθεί σαν η βαρύτερη που γίνεται - είναι ίσως η πιο παράξενη στα χρονικά της συζυγικής λιποταξίας. Και κάτι περισσότερο, αποτελεί ό,τι πιο παράδοξο θα μπορούσε να βρει κανείς σ’ολόκληρο τον κατάλογο των ανθρώπινων ιδιοτροπιών. Το ζευγάρι ζούσε στο Λονδίνο. Ο άντρας, με πρόφαση πως πήγαινε σε ταξίδι, έπιασε σπίτι στο δρόμο που ήταν δίπλα στο δικό του κι εκεί - χωρίς η γυναίκα του ή οι φίλοι του να ξέρουν τίποτα και χωρίς καν να υπάρχει κάποια προφανής αιτία για έναν τέτοιο αυτοεξορισμό - έζησε πάνω από είκοσι χρόνια. Σ’ όλο αυτό το διάστημα έβλεπε καθημερινά το σπίτι του και συχνά την παρατημένη κυρία Γουέικφιλντ. Και μετά από ένα τόσο μεγάλο χάσμα στη συζυγική του ευτυχία - όταν όλοι θεώρησαν αναμφίβολο το θάνατό του, όταν ο νόμος τακτοποίησε την τύχη της περιουσίας του, όταν τ’όνομά του σβήστηκε από τη μνήμη των ανθρώπων κι όταν πια η γυναίκα του είχε για τα καλά συμβιβαστεί με την κατάσταση της χηρείας, στο φθινόπωρο της ζωής της - μπήκε στο σπίτι του ένα βράδυ, ήρεμα ήρεμα, σαν ν’ απουσίασε μία μόνο μέρα, και ξανάγινε ο αγαπημένος σύζυγος ως το θάνατο. [...]
   [...] Ένα βράδυ, τον εικοστό χρόνο της εξαφανίσεως του, ο Γουέικφιλντ κάνει το συνηθισμένο του περίπατο προς το κτίριο που ονομάζει “σπίτι του”. Είναι μια θυελλώδης φθινοπωρινή νύχτα, με συχνές νεροποντές που ξεπλένουν το πεζοδρόμιο και περνούν πριν ο άνθρωπος προλάβει ν’ ανοίξει την ομπρέλα του. Σταματώντας κοντά στο σπίτι ο Γουέικφιλντ, διακρίνει -μέσ’ απ’ τα τζάμια του σαλονιού του δεύτερου πατώματος- το κόκκινο φεγγοβόλημα και τη σπασμωδική αναλαμπή μιας φωτιάς που σκορπίζει θαλπωρή. Στο ταβάνι διαγράφεται ο γκροτέσκος ίσκιος της καλής κυρίας Γουέικφιλντ. Ο σκούφος, η μύτη, το πηγούνι και το πλατύ στέρνο σχηματίζουν μια θαυμαστή γελοιογραφία, που χορεύει κιόλας, καθώς η φλόγα φουντώνει και χαμηλώνει, με σκέρτσο αταίριαστο στη σκιά μιας ηλικιωμένης κυρίας. Αυτή τη στιγμή μια νεροποντή τυχαίνει να πέφτει κι ο αγενής αγέρας τη φέρνει ίσα στο πρόσωπο και το στήθος του Γουέικφιλντ. Το φθινοπωρινό ρίγος κυριολεκτικά τον διαπερνάει. Θα μείνει εδώ, βρεγμένος και τρέμοντας, τη στιγμή που το δικό του τζάκι έχει μια καλή φωτιά, κι η δική του γυναίκα θα τρέξει να του φέρει το γκρίζο παλτό και τα εσώρουχά του, αυτά που -χωρίς αμφιβολία- φύλαξε προσεκτικά στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαράς του; Όχι! Ο Γουέικφιλντ δεν είναι δα τόσο τρελός! Ανεβαίνει τα σκαλιά,μα με βαριά βήματα! Βλέπεις, είκοσι χρόνια από τότε που τα κατέβηκε σκλήρυναν τα πόδια του, κι ας μην το ξέρει. Στάσου, Γουέικφιλντ! Θα πας στο μόνο σπίτι που σου έμεινε; Τότε προχώρα στον τάφο σου! Η πόρτα ανοίγει. Καθώς μπαίνει, βλέπουμε για μια στιγμή το πρόσωπό του κι αναγνωρίζουμε το φτιαχτό χαμόγελο, αυτό που προλόγισε το μικρό αστείο που από τότε έπαιζε σε βάρος της γυναίκας του. Σε πόσο ανελέητη δοκιμασία έβαλε τη φτωχή γυναίκα! Λοιπόν, καληνύχτα και καλή ξεκούραση, Γουέικφιλντ!
   Το ευτυχές αυτό γεγονός - αν υποθέσουμε πως πράγματι είναι ευτυχές- θα μπορούσε να είχε συμβεί σε χρόνο απροσδιόριστο από πριν. Δεν θα παρακολουθήσουμε το φίλο μας περ’απ’το κατώφλι. Μας άφησε αρκετό υλικό για να σκεφτούμε. Ένα μέρος του θα πάρει μορφή κι απ’ τη σοφία του θα προκύψει ένα ηθικό δίδαγμα. Μέσα στη φαινομενική σύγχυση του μυστηριώδους μας κόσμου, τα άτομα είναι τόσο καλά συναρμοσμένα σ’ένα σύστημα και τα συστήματα προσαρμοσμένα και μεταξύ τους σ’ένα σύνολο, που, αν ένας άνθρωπος κάνει ένα λοξό βήμα, εκθέτει τον εαυτό του στο φοβερό κίνδυνο να χάσει για πάντα τη θέση του. Όμοια με τον Γουέικφιλντ, μπορεί να καταντήσει, ας το πούμε έτσι, ο “Απόβλητος του Σύμπαντος”. 

                                                             Πηγή: κ. Χέδερ, καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: