Από το Blogger.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΧΩΣ: "Γυάλινος κόσμος" (Θέατρο Τ, από 25/12), "Ο πατέρας του Άμλετ" (Αθήναιον, από 25/12)

Ο Απίκιος μας βοηθά να "πάρουμε μυρωδιά" από την αντιπαλότητα όσφρησης και γεύσης

Leave a Comment
Απίκιος, Πένες σε μελάνι, Μελάνι, Αθήνα, 2005.

Μυρωδιές

  Ξαναθυμάμαι τον Τσέχοφ, σ’ένα από τα κομψοτεχνημένα διηγήματά του, εκεί όπου περιγράφει με οξυδέρκεια έναν χοντρό κι έναν λιγνό. Μόνο που η περιγραφή δεν είναι φυσιογνωμική, αλλά επικεντρώνεται εύστοχα στις μυρωδιές. «Ο ένας», γράφει, «μύριζε κρασί και άνθος λεμονιάς. Ο άλλος» συμπληρώνει, «μύριζε χοιρομέρι και κατακάθι του καφέ.»

 Σε τρεις μυρωδάτες λέξεις συμπυκνώνονται φαγητό, ποτό και μετεπιδόρπιο, ξαναθυμίζοντάς μας πως η τροφή και το αλκοόλ αφήνουν τη στάμπα τους όχι μόνο στον ουρανίσκο, αλλά και στην ανάσα, το δέρμα ή τα ρούχα.
  Αυτό που τρώμε ή πίνουμε, μας συνοδεύει, συχνά μας σημαδεύει και ενίοτε μας προδίδει (το τίμημα της στιγμιαίας παρασπονδίας).
  «Πάλι ήπιες ουίσκι;», «Δε σου ‘πα να μη ξαναφάς σκόρδο;», «Μμμ, κανέλα μυρίζεις...», «Θεέ μου, τι είναι αυτή η ψαρίλα;»
   Αλάνθαστο όργανο ακριβείας η μύτη, είναι πάντα ετοιμοπόλεμη για ένρινες επισημάνσεις πριν ή και –συνηθέστερα- μετά τη γευστική απόλαυση.
  Ανοίγεις την πόρτα και «Αχ, ρε μάνα, πάλι βραστό με σέλινο, με τα χεράκια σου...», μπαίνεις στο χώρο, και το άρωμα της βανίλιας σε υποδέχεται πληθωρικό. Πλησιάζεις τον φίλο και ξέρεις σε ποιο κουτούκι σύχναζε, από την τσίκνα στα ρούχα.
   Κάποτε η αρμονία του αρώματος και του βλέμματος διαταράσσεται, ή η αντίστοιξη των οσμών λειτουργεί απωθητικά.
  Παραπέμπω στο βιβλίο Λίστες του Νίκου Δήμου: «Είσοδος πολυτελούς πολυκατοικίας, μυρίζει γιαχνί» ή: «Πεπόνι που κόπηκε με μαχαίρι κρεμμυδιού».
   Όμως, αν η γεύση είναι ενσυνείδητη και γι’ αυτό επιλεκτική, η όσφρηση παραμένει άναρχη όπως η ίδια η φύση και η ζωή, που της δίνουν τους άνισους ερεθισμούς.
   Πειθαρχημένο παιδί η πρώτη, περιφέρεται σε ευγενικά τοπία εδεσμάτων, ενώ, άγουρο τσογλάνι η δεύτερη, περιηγείται σε δωμάτια, χώρους, δρόμους, κατσαρόλες και θράκες, εκεί όπου συναντώνται συμπτωματικά οι βραστές φακές με το κρεμμυδάκι και οι πασχαλιές του Επιταφίου.
   Εξ ου και η γεύση «τέρπει»,«εξερευνά» ή «ανακαλύπτει», ενώ η μυρωδιά, συνήθως πιο πρωτόγονη,«σπάει μύτες».

                                                            "Πηγή": Δημόσια Βιβλιοθήκη Βέροιας
Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 comments: